ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

172ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10425 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ιεζεκιήλ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 10425 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 172

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ̓]εζεκιὴλ ἽΕνας προφήτης, μὰ τί προφήτης. Σκέτος καρπαζοεισπράκτορας. Γιατὶ κάπως ἔτσι ἀρχίζει καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ τοῦ προπάτορά «μας». ̓Εκεῖ ποὺ δρισκότανε λοιπὸν στὸν ποταμὸ Χεδάρ, «ἔγινε ρητῶς λόγος Κυρίου πρὸς τὸν ̓]εζεκιήλ, υἱὸν τοῦ Βουζεί, τὸν ἱερέα, ἐν τῇ γῇ τῶν Χαλδαίων παρὰ τὸν ποταμὸν Χεθάρ, καὶ ἐκεῖ ἐστάθη ἡ χεὶρ τοῦ Κυρίου ἐπ’ αὐτὸν» (1εζεκ. α 3). Φάπ/ τοὔρριξε τὴν πρώτη σφαλιάρα ὁ Γιαχθέ. Εἶχε καὶ πολὺ ἥλιο ἐκεῖ κάτω στὸν Χεθάρ, εἶχε ζαὀλακωθή ὁ προπάτοράς «μας» αὐτός, καὶ ὁ Γιαχθὲ τὸν ἐπανέφερε στὴν τάξη. ̓Ανοίγει τὰ μάτια του λοιπόν, καὶ τί νὰ δῇ: «Καὶ εἶδον καὶ ἰδού, ἀνεμοστρόδιλος ρχετο. ἀπὸ δοθῥᾶ, νέφος μέγα, καὶ πῦρ συστρεφόμενον' πέριξ δὲ τούτου λάμψις, καὶ ἐκ μέσου αὐτοῦ ἐφαίνετο ὡς ὄψις ἠλέκτρου, ἐκ μέσου τοῦ πυρός» (εξ. α 4). Τὸ παράκανε πιὰ ὁ Γιαχθέ. Μόνο ουφο δὲν εἶχε γίνει, καὶ ἔγινε. Γύρναγεγύρω-γύρω καὶ πέταγε φωτιές. Γιατὶ «αὕτη ἤτο ἡ θέα τοῦ ὁμοιώματος τῆς δόξης τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅτε εἶδον, ἔπεσον ἐπὶ προσώπου μου, καὶ ἤκουσα φωνὴν λαλοῦντος. Καὶ εἶπε πρὸς ἐμέ: Υἱὲ ἀνθρώπου, στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου, καὶ θέλω λαλήσει πρὸς σὲ» (1εζ. α ́, 6’ 44-45). Καὶ κατὰ τὸ λαϊκώτερον: «Σήκω δρὲ ὄρθιος, κοτζὰμ Γιαχδὲ ἦρθε νὰ σοῦ μιλήσῃ, καὶ σὺ ἀκόμα ξάπλα͵ εἶσαι;» Καὶ τότε τοῦ λέει: «ἄνοιξον τὸ στόμα σου, καὶ φάγε τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δίδω εἰς σέ. Καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ χεὶρ ἐξηπλωμένη πρὸς ἐμέ, καὶ ἰδοὺ ἐν αὐτῇ τόμος διθλίου. Καὶ ἐξετύλιξεν αὐτὸν ἐνώπιόν μου: καὶ ἦτο γεγραμμένος ἔσωθεν καὶ ἔξωθεν» (/εζ. δ ́ 8, 9, 10). Φοντανάκια περίμενε ὁ προπάτορας νὰ τὸν ταΐση ὁ Γιαχόέ, κι αὐτὸς τοὔφερε διδλίο, καὶ σὲ περιτύλιγμα μὲ κορδελλίτσα κατσαρωτὴ τοῦ ζαχαροπλαστείου ἀπὸ πάνω. Γιαχδέ μου, δὲν κάνεις οὔτε γιὰ ξαχαροπλάστης. Τοῦπεσε στὰ χέρια ἕνα θιθλίο, καὶ δὲν ἤξερε, τί νὰ τὸ κάνῃ. Νόμιξζε πὼς τρώγεται. Ἤθελε ὅμως κι ἕνα πειραματόζωο, γιὰ νὰ δοκιμάσῃ, ἂν τρώγεται, καὶ θρῆκε εὔκαιρο τὸν προπάτορα. Τέτοιο κορόιδο ποῦ θὰ τὸ ξανάδρισκε; «Καὶ ἤνοιξα τὸ στόμα μου καὶ μὲ ἐψώμισε τὸν τόμον ἐκεῖνον» (ἰεζ. γ2). Τοῦ τὸν ἔσπρωξε γιὰ τὰ καλὰ τὸν τόμο μέσ ̓ στὸ στόμα καὶ τοῦ λέει: «Υἱὲ ἀνθρώπου, ἂς φάγῃ ἡ κοιλία σου, καὶ ἂς ἐμπλη σθῶσι τὰ ἐντόσθιά σου ἀπὸ τοῦ τόμου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δίδω εἰς σὲ» (]εζ. γ ́ 3). Καὶ κάθισε πιὸ κεῖ ὁ Γιαχδὲ καὶ τὸν παρατηροῦσε. Τρώγεται, δὲν τρώγεται. Περίμενε νὰ δῇ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ προπάτορα. Καὶ αὐτὸς ἀπάντησε: «Καὶ ἔφαγον, καὶ ἔγεινεν ἐν τῷ στόματί μου ὡς μέλι ὑπὸ τῆς γλυκύτητος» (/εζ. γ ́ 3). Πάει, τὴν ψώνισε ἐντελῶς. Αὐτουνοῦ καὶ σκ...νὰ τοῦ δώσῃς, πάλι γλυκὰ θὰ τὰ δρεῖ. Τέλειος γευσιγνώστης. Τέτοιον ζήταγε ὁ Γιαχόέ. "Ετσι, ἀφοῦ τὸν δρῇ κε, ἦταν νὰ τὸν ἀφήσῃ; Προχωράει λοιπὸν στὸ ἑπόμενο δοκιμαστικὸ τέστ, εἰ χε πάρει φόρα, θλέπετε, καὶ τοῦ λέει: «καὶ σὺ λάθε εἰς σεαυτὸν σῖτον καὶ κριθὴν καὶ κυάμους καὶ φακῆν καὶ κέγχρον καὶ ἄρακον, καὶ θὲς αὐτὰ εἰς ἕν ἀγγεῖον, καὶ κάμε ἐξ αὐτῶν ἄρτους εἰς σεαυτόν: κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν καθ ̓ ἅς θέλεις πλαγιάσει ἐπὶ τὴν πλευράν σου, τριακοσίας καὶ ἐνενήκοντα ἡμέρας θέλεις τρώγει ἐκ τούτων» (]εζ. δ ́ 9). Βάλε λοιπὸν στάρι, κριθάρι, κουκκιά, φακές, χεχρὶ καὶ ἀρακᾶ σὲ ἕνα ἀγγεῖο, ἀνακάτεψέ τὰ καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ τὰ τρῶς συνέχεια γιὰ τριακόσιες ἐνενήντα μέρες. Θεῖες ἐντολές, συμδολικές. Φαντασθῆτε λίγο τὴν σχκη νή, τριακόσιες ἐνενή ντα μέρες νὰ τρῶς; μόνο ὄσπρια. Μετὰ ἀπ ̓’ αὐτὸ τὸ πείραμα ὁ Γιαχύὲ ἐ ἔγινε ὁ ἐφευρέτης τῶν ἀσφυξιογόνων ἀεοίων, ἐνῶ ὁ χῶρος γύρω ἀπ’ τὸ σπίτι τοῦ προπάτορα εἶχε ἐκκενωθῆ σὲ ἀκτῖνα
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →