ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
174ΙΟΥΝΙΟΣ 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ιηού — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
κό. Ἰηοῦ
Κι αὐτὸς προπάτοράς «μας». Τώρα ὁ ἂν δὲν τὸν ἔχετε ξανακούσει, δὲν ἔγινε καὶ τίποτα
τὸ σοδαρό' μήπως κι αὐτοὶ τὸν ξέρουνε; Οὔτε στὸν τηλεφωνικὸ κατάλογο δὲν
τὸν θρίσχεις. Νὰ ποὺ τὸν ξετρυπώσαμε ὅμως. ̓]η οὔ λοιπόν. Γυιὸς τοῦ ̓Ιωσαφάτ, τοῦ
γυιοῦ τοῦ Νιμσί' ἔμενε στὴν πόλη Ραμὠθ-Γαλαάὸ, ἄλλη πασίγνωστη πόλη τοῦ
̓Ισραήλ. ̓Εκεῖ τὸν δρίσχει ὁ Γ ιαχδὲ καὶ τὸν χρίει δασιλιᾶ τοῦ ̓Ισραήλ. «Οὕτω λέγει
Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ ̓Ισραήλ: σὲ ἔχρισα θασιλέα ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, ἐπὶ τὸν
Ἰσραήλ' καὶ θέλεις πατάξει τὸν οἶκον τοῦ ̓Α χαὰδ τοῦ κυρίου σου, διὰ νὰ ἐκδικήσω
τὰ αἵματα τῶν δούλων μου τῶν προφητῶν, καὶ τὰ αἵματα πάντων τῶν δούλων τοῦ
Κυρίου, ἐκ χειρὸς τῆς ̓Ιεξαδέλ»: («Βασιλέων Β’», θ ́ 6-7)." Αμ ἔτσι νόμιξες, ὅτι ἁπλᾶ
θὰ σὲ ἔκανε δασιλιᾶ τοῦ Ισραήλ, ἔρημε; Αν δὲν ἀποδείξης, τοῦ λέει, ὅτι εἶσαι ἄξιος,
γιὰ νὰ παίρνῃς ἐκδίκηση στὸ ὄνομά μου, ξώφλησες.
Πρώτη ἀποστολή: καθάρισε ὅλους τοὺς ̓Αχααδίτες. Καὶ παρακάτω γίνεται πιὸ
συγκεκριμένος: «Διότι πᾶς ὁ οἶκος τοῦ ̓Αχαὰό θέλει ἐξολοθρευθῆ: καὶ θέλω ἀφανίσει
ἐκ τοῦ ̓Αχαὰδ τὸν οὐροῦντα εἰς τὸν τοῖχον, καὶ τὸν κεκλεισμένον καὶ τὸν ἀφειμένον
ἐν τῷ ̓Ισραήλ"» («Βασιλέων Β’», θ 8). Καὶ νὰ τώρα γιατὶ ὁ Γιαχθὲ ἤθελε νὰ καθαρίση
τοὺς ̓Αχααδίτες. Λύθηκε τὸ μυστήριο. Εἶχαν μαζευτῆ στὸ ̓Ισραὴλ καὶ τοῦ
κατουροῦσαν τοὺς τοίχους. "Οσοι δὲν πρόλαδαν νὰ φύγουν καὶ κλείστηκαν μέσα
στὰ σύνορα τοῦ ̓Ισραήλ, κάηκαν. Θὰ τοὺς πάρει τὰ κεφάλια. Δηλαδὴ σ ̓ αὐτοὺς ποὺ
δὲν περιωρίζοντο στὸ κατούρημα καὶ προχωροῦσαν καὶ σὲ ἄλλα χειρότερα, τί τιμωρία
θὰ ἐπέδαλλε ὁ Γιαχδέ;
Ὃ προπάτοράς μας ἐν τῷ μεταξὺ δάλθηκε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτερα
τὸ λόγο τοῦ Τιαχδέ. Ἔτσι: «καὶ ἦλθεν ὁ ̓[ηοῦ εἰς ̓Ιεζαδέλ, καὶ ἀκούσασα ἢ Ἰεζαδὲλ
ἔδαψε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆ ς, καὶ ἐκαλλώπισε τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, καὶ διέκυψε
διὰ τοῦ παραθύρου. Καὶ ἐνῶ εἰσήρχετο εἰς τὴν πύλην ὁ ὀ Ιηοῦ, εἶπεν. Εὐτύχησεν ὁ ὀ Ζιμ6ρί,
ὁ φονεύσας τὸν κύριον αὐτοῦ; ὁ δὲ ὑψώσας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸ παράθυρον,
εἰπε. Τίς εἶναι μετ ̓ ἐμοῦ; τίς; καὶ ἔκυψαν πρὸς αὐτὸν δύο τρεῖς. εὐνοῦ χοι. Καὶ
εἰπε. Ρίψατε αὐτὴν κάτω. Καὶ ἔῤῥιψαν αὐτὴν κάτω, καὶ ἐθῥαντίσθη, ἐκ τοῦ αἵματος
αὐτῆς πρὸς τὸν τοῖχον καὶ πρὸς τοὺς ἵππους. Καὶ κατεπάτη σεν αὐτὴν» («Βασιλέων
Β’», θ ́ 30-33). Νὰ τί παθαίνουν ὅσοι κατουρᾶνε τοὺς τοίχους τοῦ Γιαχδέ, εἴτε γυναῖκες
εἶναι εἴτε ἄντρες. Πῆγε νὰ γίνῃ ὄμορφη ἦ κακομοίρα ἢ ̓Ιεζαδέλ, ἀλλὰ δὲν ἡῆταν
φαίνεται τοῦ γούστου του. Αὐτὸς τὰ δρῆκε μὲ τοὺς εὐνούχους. Μόλις εἶχε ἀρχίσει.
Ὅ ̓Α χαὰδ εἶχε ἐν τῷ μεταξὺ ἑδδομήντα γυιοὺς στὴν Σαμάρεια. Μόλις τὸ ἔμαθε ὁ
προπάτοράς μας, στέλνει ἐπιστολὴ στοὺς πρεσθύτερους τῆς πόλης γράφοντας: «ἐὰν
ἦσθε ἐἐμοῦ, καὶ εἰσακούητετῆς φωνῆς μου, λάδετε τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνθρώπων, τῶν
υἱῶν τοῦ Κυρίου σας, καὶ ἔλθετε πρὸς ἐμὲ ἐν ̓Ιεζοαὲλ αὔριον τὴν ὥραν ταύτην. Καὶ
καθὼς ἔφθασεν ἡ ἐπιστολὴ πρὸς αὐτούς, λαθόντες τοὺς υἱοὺς τοῦ ὀασιλέως, ἔσφαξαν
ἑδδομήκοντα ἀνθρώπους, καὶ ἔδαλον τὰς κεφαλὰς αὐτῶν εἰς καλάθια, καὶ ἔστειλαν
πρὸς αὐτὸν εἰς ̓Ιεξραὲλ» («Βασιλέων Β’, { 6-7). Κάτι σὰν τὰ καλάθια μὲ τὰ ποτὰ
καὶ τὰ σοκολατάκια, ποὺ στέλνουμε στὶς γιορτές, γιὰ δῶρο σὰν νὰ λέμε. Ἤθελαν νὰ
πρωτοτυπήσουν καὶ λίγο οἱ ἄνθρωποι καὶ τοῦ στέλνανε κεφάλια. Συμδολικὸ ἦταν.
̓Αλλὰ ἐπειδὴ τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξη, «ἐπάταξεν ὁ ̓Ιηοῦ πάντας τοὺς ἐπανπολειφθέντας
ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Αχαὰό ἐν ̓Ιεξζραέλ, καὶ πάντας τοὺς μεγάλους αὐτοῦ,
καὶ τοὺς οἰκείους αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ, ὥστε δὲν ἀφῆκεν εἰς αὐτὸν ὑπόλοιπον»
(«Βασιλέων Β’», ( 11). Καὶ δὲν σταματᾶμε ἐδῶ: «ἔπειτα σηκωθεὶς ἀνεχώρησε