ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

174ΙΟΥΝΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10597 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
72 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ιηού — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 10597 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 174

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ κό. Ἰηοῦ Κι αὐτὸς προπάτοράς «μας». Τώρα ὁ ἂν δὲν τὸν ἔχετε ξανακούσει, δὲν ἔγινε καὶ τί- ποτα τὸ σοδαρό' μήπως κι αὐτοὶ τὸν ξέρουνε; Οὔτε στὸν τηλεφωνικὸ κατάλογο δὲν τὸν θρίσχεις. Νὰ ποὺ τὸν ξετρυπώσαμε ὅμως. ᾿]η οὔ λοιπόν. Γυιὸς τοῦ ᾿Ιωσαφάτ, τοῦ γυιοῦ τοῦ Νιμσί' ἔμενε στὴν πόλη Ραμὠθ-Γαλαάὸ, ἄλλη πασίγνωστη πόλη τοῦ ᾿Ισραήλ. ᾿Εκεῖ τὸν δρίσχει ὁ Γ ιαχδὲ καὶ τὸν χρίει δασιλιᾶ τοῦ ᾿Ισραήλ. «Οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ: σὲ ἔχρισα θασιλέα ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ' καὶ θέλεις πατάξει τὸν οἶκον τοῦ ᾽Α χαὰδ τοῦ κυρίου σου, διὰ νὰ ἐκδικήσω τὰ αἵματα τῶν δούλων μου τῶν προφητῶν, καὶ τὰ αἵματα πάντων τῶν δούλων τοῦ Κυρίου, ἐκ χειρὸς τῆς ᾿Ιεξαδέλ»: («Βασιλέων Β’», θ΄ 6-7)." Αμ ἔτσι νόμιξες, ὅτι ἁπλᾶ θὰ σὲ ἔκανε δασιλιᾶ τοῦ Ισραήλ, ἔρημε; Αν δὲν ἀποδείξης, τοῦ λέει, ὅτι εἶσαι ἄξιος, γιὰ νὰ παίρνῃς ἐκδίκηση στὸ ὄνομά μου, ξώφλησες. Πρώτη ἀποστολή: καθάρισε ὅλους τοὺς ᾿Αχααδίτες. Καὶ παρακάτω γίνεται πιὸ συγκεκριμένος: «Διότι πᾶς ὁ οἶκος τοῦ ᾿Αχαὰό θέλει ἐξολοθρευθῆ: καὶ θέλω ἀφανί- σει ἐκ τοῦ ᾿Αχαὰδ τὸν οὐροῦντα εἰς τὸν τοῖχον, καὶ τὸν κεκλεισμένον καὶ τὸν ἀφει- μένον ἐν τῷ ᾿Ισραήλ"» («Βασιλέων Β’», θ 8). Καὶ νὰ τώρα γιατὶ ὁ Γιαχθὲ ἤθελε νὰ κα- θαρίση τοὺς ᾿Αχααδίτες. Λύθηκε τὸ μυστήριο. Εἶχαν µαζευτῆ στὸ ᾿Ισραὴλ καὶ τοῦ κατουροῦσαν τοὺς τοίχους. "Οσοι δὲν πρόλαδαν νὰ φύγουν καὶ κλείστηκαν μέσα στὰ σύνορα τοῦ ᾿Ισραήλ, κάηκαν. Θὰ τοὺς πάρει τὰ κεφάλια. Δηλαδὴ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ δὲν περιωρίζοντο στὸ κατούρημα καὶ προχωροῦσαν καὶ σὲ ἄλλα χειρότερα, τί τι- μωρία θὰ ἐπέδαλλε ὁ Γιαχδέ; Ὃ προπάτοράς μας ἐν τῷ μεταξὺ δάλθηκε νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσο τὸ δυνατὸν καλύτε- ρα τὸ λόγο τοῦ Τιαχδέ. Ἔτσι: «καὶ ἦλθεν ὁ ᾿[ηοῦ εἰς ᾿Ιεζαδέλ, καὶ ἀκούσασα ἢ Ἰε- ζαδὲλ ἔδαψε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆ ς, καὶ ἐκαλλώπισε τὴν κεφαλὴν αὐτῆς, καὶ διέκυψε διὰ τοῦ παραθύρου. Καὶ ἐνῶ εἰσήρχετο εἰς τὴν πύλην ὁ ὀ Ιηοῦ, εἶπεν. Εὐτύχησεν ὁ ὀ Ζιμ- 6ρί, ὁ φονεύσας τὸν κύριον αὐτοῦ; ὁ δὲ ὑψώσας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸ παρά- θυρον, εἰπε. Τίς εἶναι μετ᾽ ἐμοῦ; τίς; καὶ ἔκυψαν πρὸς αὐτὸν δύο τρεῖς. εὐνοῦ χοι. Καὶ εἰπε. Ρίψατε αὐτὴν κάτω. Καὶ ἔῤῥιψαν αὐτὴν κάτω, καὶ ἐθῥαντίσθη, ἐκ τοῦ αἵματος αὐτῆς πρὸς τὸν τοῖχον καὶ πρὸς τοὺς ἵππους. Καὶ κατεπάτη σεν αὐτὴν» («Βασιλέων Β’», θ΄ 30-33). Νὰ τί παθαίνουν ὅσοι κατουρᾶνε τοὺς τοίχους τοῦ Γιαχδέ, εἴτε γυ- ναῖκες εἶναι εἴτε ἄντρες. Πῆγε νὰ γίνῃ ὄμορφη ἦ κακομοίρα ἢ ᾿Ιεζαδέλ, ἀλλὰ δὲν ἡ ῆταν φαίνεται τοῦ γούστου του. Αὐτὸς τὰ δρῆκε μὲ τοὺς εὐνούχους. Μόλις εἶχε ἀρχίσει. Ὅ᾽Α χαὰδ εἶχε ἐν τῷ μεταξὺ ἑδδομήντα γυιοὺς στὴν Σαμάρεια. Μόλις τὸ ἔμαθε ὁ προπάτοράς μας, στέλνει ἐπιστολὴ στοὺς πρεσθύτερους τῆς πόλης γράφοντας: «ἐὰν ἦσθε ἐ ἐμοῦ, καὶ εἰσακούητετῆς φωνῆς μου, λάδετε τὰς κεφαλὰς τῶν ἀνθρώπων, τῶν υἱῶν τοῦ Κυρίου σας, καὶ ἔλθετε πρὸς ἐμὲ ἐν ᾿Ιεζοαὲλ αὔριον τὴν ὥραν ταύτην. Καὶ καθὼς ἔφθασεν ἡ ἐπιστολὴ πρὸς αὐτούς, λαθόντες τοὺς υἱοὺς τοῦ ὀασιλέως, ἔσφα- ξαν ἑδδομήκοντα ἀνθρώπους, καὶ ἔδαλον τὰς κεφαλὰς αὐτῶν εἰς καλάθια, καὶ ἔστει- λαν πρὸς αὐτὸν εἰς ᾿Ιεξραὲλ» («Βασιλέων Β’, { 6-7). Κάτι σὰν τὰ καλάθια μὲ τὰ ποτὰ καὶ τὰ σοκολατάκια, ποὺ στέλνουμε στὶς γιορτές, γιὰ δῶρο σὰν νὰ λέμε. Ἤθελαν νὰ πρωτοτυπήσουν καὶ λίγο οἱ ἄνθρωποι καὶ τοῦ στέλνανε κεφάλια. Συμδολικὸ ἦταν. ᾿Αλλὰ ἐπειδὴ τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξη, «ἐπάταξεν ὁ ᾿Ιηοῦ πάντας τοὺς ἐπαν- πολειφθέντας ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ Αχαὰό ἐν ᾿Ιεξζραέλ, καὶ πάντας τοὺς μεγάλους αὐτοῦ, καὶ τοὺς οἰκείους αὐτοῦ, καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ, ὥστε δὲν ἀφῆκεν εἰς αὐτὸν ὑπόλοι- πον» («Βασιλέων Β’», ( 11). Καὶ δὲν σταματᾶμε ἐδῶ: «ἔπειτα σηκωθεὶς ἀνεχώρησε
← καθαρισμένο κείμενο