ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

175ΙΟΥΛΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10647 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
42 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μέσα στο λαγούμι του φόβου — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 10647 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 175

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Μέσα στὸ λαγούμι τοῦ φόδου» «Πῶς πέσαμε (- -) μέσα στὸ λαγούμι τοῦ φόδου;» καὶ πῶς πᾶνε οἱ στραδοὶ στὸν “Αδη; Συνεγντευξιαζόμενοι καὶ (αἰΚ-μοννἰπρ. ὋΟ συγγραφέας μας πιά, ὁ γόης μας, ἡ μαγγανεία τῆς ἐσωτεοικῆς καύσεως καὶ τοῦ ταχατέμ, πρῶτο τραπέξι πίστα" δασιλικώτερος τοῦ δασιλέως. -- Τί μᾶς ἑνώνει καὶ τί μᾶς χωρίζει μὲ τὸ ̓Ισραήλ; τὸν ρωτᾶ ἡ δημοσιογράφος τῆς ἐγκρίτου τοῦ ἐγκρίτου, προκειμένου νὰ ἀρθεῖ ἡ παρεξήγησι. Κι ἐκεῖνος, μυημένος στὰ φὀξ-τρότ τῆς γιαγιᾶς, δίνει εὐθὺς τὴν ἐξήγησι: Παρντόν, παρντόν, παρεξήγησι' ἄμπρα κατάμπρα περὶ ἀπωτέρων, παλαιῶν τε καὶ νεωτέρων ἀνέμων, ὑδάτων καὶ θαλασσῶν, ἅμα δὲ καὶ «κοινῆς σκλαδιᾶς στοὺς Μουσουλμάνους», τὸν κοινό μας ἐχθρό. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ φόξ-τρότ τῆς γιαγιᾶς ὑπάρχει καὶ ἡ δημοτική μας μοῦσα πάντα ἐπίκαιρή, κοφτὴ καὶ τσεκουράτη: «Βασίλη, Κάτσε φρόνιμα, νὰ γίνεις νοικοκύρης». ̓Αλλ ̓ ἄν χρειάζεται φρονιμάδα γιὰ τὸ πινάκιο τῆς φακῆς, ποὺ μᾶς παρέχει μιὰ λογοτεχνική σύνταξι, τί γίνεται, ὅταν πρόκειται γιὰ καρέκλα λίαν ἐνδιαφέρουσα καὶ προσοδοφόρο; Κάτι πολὺ ἁπλό, νομίζω. Ὅταν μιὰ τέτοια καρέκλα χτυπήσει κατακέφαλα τὸν συγγραφέα, σκοτώνει τὸν συγγραφέα. «Βαριὰ ἡ καλογερική», π ̓ ἀνάθεμά τη, χι «οἱ ποιητές τί χρειάζονται σ’ ἕνα μικρόψυχο καιρό... (- -). Γράφεις' τὸ μελάνι λιγόστεψε, ἡ θάλασσα πληθαίνει»: κι ὅπως «χαμηλώνουν ὅλα» γύρω σου, ἐξαποστέλλεις ἑλλη νοτουρκιστὶ μὲ δυὸ λεξοῦλες τόσες δά, ἄει σιχτίρ, καὶ νοικοκυρεύεσαι. «Ποιὸς εἶναι ἐχεῖνος ποὺ σκοτώνει πίσω ἀπὸ μᾶς;» (ΓΙ Ἰῶργος Σεφέρης). ̓Εμένα θωτᾶς, νομπελίστα μου; Γιατί διστάζεις; Μὲ τοὺς δισταγμοὺς δὲν πάει μπροστὰ ἡ Ἱστορία. ̓Αν οἱ ὡραῖοι μὲ τὰ ἑξαπτέρυγα καὶ τ’ ἀρχαγγελικὰ τοῦ Παπαθανασίου δίσταζαν, ἡ «Συμφωνία τοῦ Νέου Κόσμου» δὲ θὰ συγχλόνιζε ποτὲ τὸν ἱερὸ 6ράχο, σὲ σημεῖο νὰ ραγίσουν οἱ κολῶνες' τὸ ἄγαλμα τῆς ̓Ελευθερίας στὸ λιμάνι τῆς Ν. Υόρκης δὲ θὰ κύτταζε κατὰ τὸ Βορρᾶ ἀλλὰ λίγο, πολὺ λίγο, λοξώτερα, ἴσια στὸ Χρηματιστήριο καὶ τὸ Κέντρο Διεθνοῦς ̓Εμπορίου. ̓Αν οἱ Σταυροφόροι τὸ ψιλοκοσκίνιζαν, δὲ θὰ ἔφθαναν ποτὲ στοὺς Αγίους Τόπους: οὔτε ὁ Μωυσῆς στὴ Γῆ τῆς Επαγγελίας, ἄν ὁ Θεὸς δὲν ἄνοιγε τὸ δρόμο μὲ τὸ σπαθί του --καὶ τί σπαθί! Μπροστὰ ἐλόγου του, ξοπίσω «ὁ πρῶτος τῇ τάξει» καὶ ὕστερα τὸ «μέγα φῶς», τὸ προορισμένο γιὰ τοὺς «ἐν σκότει (γενικῶς) καὶ σκιᾷ θανάτου» εὐρισκομένους. «Ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ̓Ιουδαίων ἐστί», καθ’ ἅ μᾶς διαθεθαιοῖ ὁ Ἰωάννης (4. 23), καὶ ἀφρίξει- ξαφρίδει, μιᾶς καὶ τὸ κατάπιαμε, λέει (ὄχι ὁ Ἰωάννης), εἴμαστε ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ τὸ χωνέψουμμε. Ὃ Μωυσῆς γιὰ τὸ Χριστό ἔγραψε, ἰσχυρίζεται «ὁ μαθητής, ὅν ὁ Κύριος ἠγάπα» (τοὺς ἄλλους δὲν τοὺς ἠγάπα;) καὶ ὅσοι πιστεύουν στὸ Μωυσῆ, πιστεύουν καὶ στὸ Χριστό. « Εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου (τοῦ Μωυσέως) γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ρήμασι πιστεύετε;» εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός (κατὰ ̓Ιωάννην πᾶντα, 5.46-47) «καὶ ἀπῆλθε πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας». Κι ἀπόμεινα πιὰ ἐγὼ μὲ τὴ δική μου θάλασσα, ποὺ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ξεχάσω (ἀμ δέ), καὶ τὸ δικό μου Χριστό ἄναυδο, γιατὶ μὲ τίποτα στὸν κόσμο δὲ μπορῶ νὰ τὸν συνταιριάσω μὲ τὸ Μωυσῆ. ̓Εξολοθρεμός. «Εξολοθρευθήσεται». Ὃ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ «ἤγειρε» τὸ Μωυσῆ, ἤγειρε καὶ τὸν ̓Ιησοῦ, καὶ ὅποιος δὲν τὸν ἀκούσει «κατὰ πάντα ὅσα ἄν λαλήσῃ (- -), ἐξολοθρευθήσεται», ὄροντάει κι ἀστράφτει ὁ Πέτρος (Πράξεις 3. 22.25) μὲ τὶς ἴδιες ἀπειλὲς καὶ φοδέρες τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ πέρασαν ἀτόφυες χαὶ στὴν Καινή. ̓Απὸ ποιὸν «ἐξολοθρευθήσεται», Πέτρε; Βαστᾶτε Τοῦρκοι τ ̓ἄλογα, γιατὶ ὁ Πέτρος κρατάει μαχαίρι χι ἔχει τὶς ἴδιες ἄγριες διαθέσεις μὲ ἐκεῖνες τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Παύλου. Πέτρε, Πέτρε, εἰσαι δῶ; «Θέλω νὰ ξέρετε, ἀδελφοί (λέει ὁ Παῦλος στοὺς Κορινθίους Α ̓ 10), ὅτι οἱ πατέρες μας (καὶ πολύ μᾶς κολακεύει τό «μας») ἦσαν ὅλοι ὑπὸ τὴν νεφέλην (οἱ συφοριασμένοι) καὶ ὅλοι ἐπέρασαν μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσαν (μόνο μὲ θαῦμα) καὶ ὅλοι ἐδαπτίσθησαν εἰς τὸν Μωυσῆν μέσα εἰς τὴν νεφέλην (ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου) καὶ εἰς τὴν θάλασσαν (κι ἄς λέει ὁ συγγραφέας μας, ὅτι μὲ τοὺς ἐκλεχτοὺς τοῦ Θεοῦ μᾶς χωρίζει ἡ θάλασσα -μόνο--) καὶ ὅλοι ἔφαγαν ἀπὸ τὴν ἰδίαν πνευματικὴν τροφὴν (τὴν ποίαν;) καὶ ὅλοι ἤπιαν τὸ ἴδιο πνευματικὸν ποτόν (αἷμα τοῦ κερασφόρου). Διότι ἔπιναν ἀπὸ πνευματικὴν πέτραν, ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσε, «ἡ δὲ πέτρα ἦτο ὁ Χριστός». ̓Αποκλείεται. ὁ δικός μου Χριστός ἀποκλείεται νὰ ἔπαιρνε στὸ κατόπι τὰ ἀγρίως κακοποιημένα κοριτσάκια, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Μωυσῆ ξέπνοα μέσα στὴ φωτιὰ καὶ τὴ λαύ-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →