ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
175ΙΟΥΛΙΟΣ 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μέσα στο λαγούμι του φόβου — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
«Μέσα στὸ λαγούμι τοῦ φόδου»
«Πῶς πέσαμε (- -) µέσα στὸ λαγούμι τοῦ φόδου;» καὶ πῶς πᾶνε οἱ στραδοὶ στὸν “Αδη; Συνε-
γντευξιαζόµενοι καὶ (αἰΚ-μοννἰπρ. ὋΟ συγγραφέας µας πιά, ὁ γόης µας, ἡ μαγγανεία τῆς ἐσωτε-
οικῆς καύσεως καὶ τοῦ ταχατέµ, πρῶτο τραπέξι πίστα" δασιλικώτερος τοῦ δασιλέως. -- Τί μᾶς
ἑνώνει καὶ τί μᾶς χωρίζει μὲ τὸ ᾿Ισραήλ; τὸν ρωτᾶ ἡ δημοσιογράφος τῆς ἐγκρίτου τοῦ ἐγκρί-
του, προκειµένου νὰ ἀρθεῖ ἡ παρεξήγησι. Κι ἐκεῖνος, μυημένος στὰ φὀξ-τρότ τῆς γιαγιᾶς, δί-
νει εὐθὺς τὴν ἐξήγησι: Παρντόν, παρντόν, παρεξήγησι' ἄμπρα κατάµπρα περὶ ἀπωτέρων, πα-
λαιῶν τε καὶ νεωτέρων ἀνέμων, ὑδάτων καὶ θαλασσῶν, ἅμα δὲ καὶ «κοινῆς σκλαδιᾶς στοὺς
Μουσουλμάνους», τὸν κοινό µας ἐχθρό.
Πέρα ὅμως ἀπὸ τὰ φόξ-τρότ τῆς γιαγιᾶς ὑπάρχει καὶ ἡ δημοτική µας μοῦσα πάντα ἐπίκαι-
ρή, κοφτὴ καὶ τσεκουράτη: «Βασίλη, Κάτσε φρόνιμα, νὰ γίνεις νοικοκύρης». ᾽Αλλ᾽ ἄν χρειάζε-
ται φρονιμάδα γιὰ τὸ πινάκιο τῆς φακῆς, ποὺ μᾶς παρέχει μιὰ λογοτεχνική σύνταξι, τί γίνεται,
ὅταν πρόκειται γιὰ καρέκλα λίαν ἐνδιαφέρουσα καὶ προσοδοφόρο; Κάτι πολὺ ἁπλό, νομίζω.
Ὅταν μιὰ τέτοια καρέκλα χτυπήσει κατακέφαλα τὸν συγγραφέα, σκοτώνει τὸν συγγραφέα.
«Βαριὰ ἡ καλογερική», π᾿ ἀνάθεμά τη, χι «οἱ ποιητές τί χρειάζονται σ’ ἕνα µικρόψυχο καιρό...
(- -). Γράφεις' τὸ μελάνι λιγόστεψε, ἡ θάλασσα πληθαίνει»: κι ὅπως «χαμηλώνουν ὅλα» γύρω
σου, ἐξαποστέλλεις ἑλλη νοτουρκιστὶ μὲ δυὸ λεξοῦλες τόσες δά, ἄει σιχτίρ, καὶ νοικοκυρεύεσαι.
«Ποιὸς εἶναι ἐχεῖνος ποὺ σκοτώνει πίσω ἀπὸ μᾶς;» (ΓΙ Ἰῶργος Σεφέρης). ᾿Εμένα θωτᾶς, νο-
μπελίστα μου; Γιατί διστάζεις; Μὲ τοὺς δισταγμοὺς δὲν πάει μπροστὰ ἡ Ἱστορία. ᾿Αν οἱ ὡραῖοι
μὲ τὰ ἑξαπτέρυγα καὶ τ’ ἀρχαγγελικὰ τοῦ Παπαθανασίου δίσταζαν, ἡ «Συμφωνία τοῦ Νέου Κό-
σµου» δὲ θὰ συγχλόνιζε ποτὲ τὸν ἱερὸ 6ράχο, σὲ σημεῖο νὰ ραγίσουν οἱ κολῶνες' τὸ ἄγαλμα τῆς
᾿Ελευθερίας στὸ λιμάνι τῆς Ν. Υόρκης δὲ θὰ κύτταζε κατὰ τὸ Βορρᾶ ἀλλὰ λίγο, πολὺ λίγο, λο-
ξώτερα, ἴσια στὸ Χρηματιστήριο καὶ τὸ Κέντρο Διεθνοῦς ᾿Εμπορίου. ᾿Αν οἱ Σταυροφόροι τὸ
ψιλοκοσκίνιζαν, δὲ θὰ ἔφθαναν ποτὲ στοὺς Αγίους Τόπους: οὔτε ὁ Μωυσῆς στὴ Γῆ τῆς Επαγ-
γελίας, ἄν ὁ Θεὸς δὲν ἄνοιγε τὸ δρόμο μὲ τὸ σπαθί του --καὶ τί σπαθί! Μπροστὰ ἐλόγου του, ξο-
πίσω «ὁ πρῶτος τῇ τάξει» καὶ ὕστερα τὸ «μέγα φῶς», τὸ προορισμένο γιὰ τοὺς «ἐν σκότει (γε-
νικῶς) καὶ σκιᾷ θανάτου» εὐρισκομένους. «Ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστί», καθ’ ἅ μᾶς
διαθεθαιοῖ ὁ Ἰωάννης (4. 23), καὶ ἀφρίξει- ξαφρίδει, μιᾶς καὶ τὸ κατάπιαμε, λέει (ὄχι ὁ Ἰωάν-
νης), εἴμαστε ὑποχρεωμένοι καὶ νὰ τὸ χωνέψουμµε.
Ὃ Μωυσῆς γιὰ τὸ Χριστό ἔγραψε, ἰσχυρίζεται «ὁ μαθητής, ὅν ὁ Κύριος ἠγάπα» (τοὺς ἄλλους
δὲν τοὺς ἠγάπα;) καὶ ὅσοι πιστεύουν στὸ Μωυσῆ, πιστεύουν καὶ στὸ Χριστό. « Εἰ δὲ τοῖς ἐκεί-
νου (τοῦ Μωυσέως) γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ρήμασι πιστεύετε;» εἶπεν ὁ ἴδιος ὁ
Χριστός (κατὰ ᾿Ιωάννην πᾶντα, 5.46-47) «καὶ ἀπῆλθε πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας».
Κι ἀπόμεινα πιὰ ἐγὼ μὲ τὴ δική μου θάλασσα, ποὺ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ξεχάσω (ἀμ δέ),
καὶ τὸ δικό μου Χριστό ἄναυδο, γιατὶ μὲ τίποτα στὸν κόσμο δὲ μπορῶ νὰ τὸν συνταιριάσω μὲ
τὸ Μωυσῆ. ᾿Εξολοθρεμός. «Εξολοθρευθήσεται». Ὃ ἴδιος ὁ Χριστός, ποὺ «ἤγειρε» τὸ Μωυσῆ,
ἤγειρε καὶ τὸν ᾿Ιησοῦ, καὶ ὅποιος δὲν τὸν ἀκούσει «κατὰ πάντα ὅσα ἄν λαλήσῃ (- -), ἐξολο-
θρευθήσεται», ὄροντάει κι ἀστράφτει ὁ Πέτρος (Πράξεις 3. 22.25) μὲ τὶς ἴδιες ἀπειλὲς καὶ φο-
δέρες τῆς Π. Διαθήκης, ποὺ πέρασαν ἀτόφυες χαὶ στὴν Καινή. ᾿Απὸ ποιὸν «ἐξολοθρευθήσε-
ται», Πέτρε; Βαστᾶτε Τοῦρκοι τ ᾿ἄλογα, γιατὶ ὁ Πέτρος κρατάει μαχαίρι χι ἔχει τὶς ἴδιες ἄγριες
διαθέσεις μὲ ἐκεῖνες τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Παύλου. Πέτρε, Πέτρε, εἰσαι δῶ;
«Θέλω νὰ ξέρετε, ἀδελφοί (λέει ὁ Παῦλος στοὺς Κορινθίους Α᾿ 10), ὅτι οἱ πατέρες µας (καὶ
πολύ μᾶς κολακεύει τό «μας») ἦσαν ὅλοι ὑπὸ τὴν νεφέλην (οἱ συφοριασμένοι) καὶ ὅλοι ἐπέρα-
σαν µέσα ἀπὸ τὴν θάλασσαν (μόνο μὲ θαῦμα) καὶ ὅλοι ἐδαπτίσθησαν εἰς τὸν Μωυσῆν µέσα εἰς
τὴν νεφέλην (ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου) καὶ εἰς τὴν θάλασσαν (κι ἄς λέει ὁ συγγραφέας µας,
ὅτι μὲ τοὺς ἐκλεχτοὺς τοῦ Θεοῦ μᾶς χωρίζει ἡ θάλασσα -μόνο--) καὶ ὅλοι ἔφαγαν ἀπὸ τὴν ἰδίαν
πνευματικὴν τροφὴν (τὴν ποίαν;) καὶ ὅλοι ἤ πιαν τὸ ἴδιο πνευματικὸν ποτόν (αἷμα τοῦ κερα-
σφόρου). Διότι ἔπιναν ἀπὸ πνευματικὴν πέτραν, ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσε, «ἡ δὲ πέτρα ἦτο ὁ
Χριστός». ᾿Αποκλείεται. ὁ δικός μου Χριστός ἀποκλείεται νὰ ἔπαιρνε στὸ κατόπι τὰ ἀγρίως
κακοποιημένα κοριτσάκια, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸ Μωυσῆ ξέπνοα μέσα στὴ φωτιὰ καὶ τὴ λαύ-