ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

176-177ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10757 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
72 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μη τα πιήτε, λουσθήτε τα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 10757 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 176

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Μὴ τὰ πιῆτε, λουσθῆτε τα «Καὶ ἤκουσαν τὴν φωνήν τοῦ Θεοῦ: ̓Εγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ: ὁ Θεὸς ̓Αόραάμ τοῦ πατρός σου. Εὐλογημένος ὁ "Αὄραμ παρὰ τοῦ Θεοῦ, διότι ἐδικαιώθη διὰ τὴν πίστιν του. 41’ αὐτοῦ θέλουσι σωθῆ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θέλει ἔλθει ἡ σωτηρία εἰς τοὺς ἐθνικούς. 4 τότι --κακόν, τουτέστιν-- ἁμαρτία εἶναι κάθε πρᾶγμα ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστιν» (πρὸς Ρωμ. 14.23), πᾶ να πῆ, πίστευε καὶ κάνε ὅ,τι θές. Αὐτὸ κάνουμε, Κύριε. « ̓Εγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλότυπος -ἡ Νεφέλη νὰ δῆς-. "Ὄνομα ἄλλων θεῶν δὲν θέλετε ἀναφέρει - γιατὶ μὲ πιάνει τ’ ἀπήλογο-, θέλετε λατρεύει Κύριον τὸν Θεόν σας- γιατὶ αὐτὸ σᾶς συμφέρει-. Σᾶς ἀνεδίδασα ἐκ γῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ εἶμαι ὁ Θεός σας -- σᾶς ἀνεδίδασεν ὁ Μωῦσῆς, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ -οὔνα φάτσα, οὔνα ράτσα-. Κύριος ὁ Θεός σου, Μωυσῆ, σὲ ηὐλόγησε ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα σου -εὖγε στὸ Θεό σου, Μωυσῆ-. Κύριος ὁ Θεός μου πῦρ καταναλίσκον -ρίχτε μέσα τοὺς ἐπικίνδυνους, γιὰ νὰ μὴν ἔχετε προόλήματα-. Αγιος, ̓Εγώ, Κύοιος ὁ Θεός σας - ̓ Εγώ μάλιστα, καὶ τὸ ἔψιλον μὲ κεφαλαῖο, χαϊδάνια-. Θέλετε εἶσθε πρὸς ἐνθύμησιν -μόνον-,, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸν Θεόν σου θέλεις φοδεῖσθαι καὶ αὐτὸν θέλεις λατρεύει - γιατὶ δὲν ἔχεις καὶ τίποτε ἄλλο νὰ ἐπιδείξης πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον--. ̓Εγὼ εἶμαι ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός- ἀλλὰ ἔχω καταδικάσει τὴ σάρκα, πού μοῦ ὄγῆκε λάθος-». «Ἔν μέσῳ σου Θεὸς μέγας» καὶ φοδερός- καὶ ὁ Θεός, «ὅστις ποτ ̓ ἐστίν», ἂς μᾶς φυλάη-. Μὴ λησμονήσῃς, πόσον παρώργισας τὸν Θεόν σου ἐν γῇ ἐρήμῳ-- ἂς εἶναι καλὰ ὁ Σαούλ, ποὺ μᾶς τὸ θυμίξει-. Νὰ φοδῆσαι Κύριον τὸν Θεόν σου, ὅτι Θεός τῶν Θεῶν --ἐστί-, Θεὸς ἐξολοθρευτἠς -ποὺ γιὰ σένα μόνο νοιάζεται καὶ γιὰ τὴ δόξα Του-. Κύριος ὁ Θεός σου θέλει ἀφανίσει τὰ ἔθνη, τῶν ὁποίων τὴν γῆν δίδει εἰς σέ --καὶ καλὰ κάνεις καὶ ἐκπαιδεύεις τοὺς ΤούρΧους πιλότους-. Κύριος ὁ Θεός σου σοὶ ἔδωκεν ἀνάπαυσιν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν σου -Μου, καὶ οὐδείς λόγος ἀνησυχίας ὑπάρχει, διότι ὅποιος κατέχει τὴν ἀμερικάνικη τεχνολογία, δὲν ἔχει νὰ φοδηθῆ τίποτα. ̓Εσὺ νὰ φοδῆσαι -μόνον-- τὸ φοδερὸν τοῦτο ὄνομα, Κύριον τὸν Θεόν σου - διότι ἔχει ἀποδείξει, ὅτι ξέρει νὰ πολιτεύεται-- Δὸς τώρα δόξαν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, ὅτι ζηλωτὴς ἐν τῷ ̓Ισραήλ --ἀλλὰ ἔχει καὶ αὐτὸς τὸ δόσιμό του-. Πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι εἴδωλα -γιατὶ ἔτσι μοῦ ἀρέσει-. ̓Εγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος - ̓ Εγὼ εἶμ ̓ ἐγὼ εὐζωνάκι σωστό, ἀλλὰ χωρὶς τὰ λάθη του καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ διάζομαι-. .Ο Θεός σας, αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῶν θεῶν-- καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἁπλῶς ὀδοντόκρεμες- "δύναται ἐκ τῶν λίθων τούτων νὰ ἀναστήσει τέκνα εἰς τὸν ̓Αόραάμ», τὸν ἠγαπημένον Του. Κι ὅποια πέτρα κι ἂν σηκώνουν τὰ ἔθνη, θὰ σᾶς δρίσκουν ἀπὸ κάτω. Τὸ ξέρουμε, Κύριε. «Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ὁ Θεὸς δὲν ἔδανε γλῶσσα μέσα Του. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν τὸν ἔδλεπαν, μόνο τὴ Νεφέλη ἔδλεπαν, γιατί, ὅπως εἶναι γραμμένο, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. Α' ὃ). ̓Αλλὰ ὁ ̓Ιωάννης τὰ μπερδεύει. ὋΟ Μωυσῆς δέδαια, ἂν καὶ «ἄνθρωπός Του», μιλοῦσε μὲ τὸν ἀέρα τὸν κοπανιστό καὶ μόνο γιὰ μιὰ στιγμὴ εἶδε «τὰ ὀπίσω Του». Ὅταν κάποτε τὸν ἱκέτευσε: Κύριε, τὸ πέρασμά Σου μόνον δὲν ἀρκεῖ: ἄφησέμε νὰ δῶ τὸ πρόσωπό Σου, «γιατὶ μόνον ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διακριθοῦμε ἐγὼ καὶ ὁ λαός Σου ἀπὸ κάθε ἄλλο λαὸ ποὺ ὑπάρχει πάνω στὴ γῆ», ἐπῆρε τὴν ἀπάντησιν: «Θέλεις ἰδεῖ τὰ ὀπίσω Μου' τὸ πρόσωπό Μου δὲν θέλεις ἰδεῖ» 6 Εξοὺ. ΔΓ' 23) καὶ ὁ Μωῦσῆς ἠρκέσθη εἰς «τὰ ὀπίσω Του». 'Ο ̓Ιακώδ ὅμως, ἄχ ὁ ̓Ιακώδ, αὐτὸ τὸ χάρμα ἰδέσθαι, αὐτὸς ὁ μεγάλος καταφερτξῆς, τὸ νταχτιρντὶ τῶν γυναικῶν, ποὺ γιὰ χάρη του ἔμπαιναν ὁλοσούσουμες στὴν κόλασι, ἀπὸ τὴ μαμά του μέχρι τὶς ἀδελφοῦλες τῆς Παδάν-ἀράμ, τὰ κατάφερε νὰ γίνη τὸ δικό του καὶ μ ̓ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸ Θεό. Μιὰ νύχτα, ποὺ μόνος, κατάμονος δίπλα στὸ ποτάμι κυττοῦσε τ ̓ ἀστέρια, εἶδε ὁ Θεὸς ἀπὸ ψηλὰ κι ὥσπου νὰ πῆς κύμινο, δρέθηκε κι αὐτὸς δίπλα στὸ ποτάμι νὰ παλεύη μὲ τὸν ̓Ιακώδ σῶμα μὲ σῶμα (Γέν. 48 24-32). Κατὰ πὼς φαίνεται ὅμως, τὰ δρῆκε σκοῦρα -ὁ Θεός-, γιατὶ στὸ τέλος ἄρχισε τὰ παρακάλια: ́Ασε με νὰ φύγω' σὲ παρακαλῶ. Ξημερώνει: κι ἄν μὲ κόψη μάτι, θὰ χαθῶ. Τὴν εὐλογία σου πρῶτα, λέει ὁ ̓Ιακώδ. --Ποιά εὐλογία του; Αφοῦ δὲν ἤξερε ποιός εἶναι-.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →