ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
176-177ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μη τα πιήτε, λουσθήτε τα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Μὴ τὰ πιῆτε, λουσθῆτε τα
«Καὶ ἤκουσαν τὴν φωνήν τοῦ Θεοῦ: ᾿Εγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ: ὁ Θεὸς ᾿Αόραάμ
τοῦ πατρός σου. Εὐλογημένος ὁ "Αὄραμ παρὰ τοῦ Θεοῦ, διότι ἐδικαιώθη διὰ τὴν πίστιν του.
41’ αὐτοῦ θέλουσι σωθῆ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ θέλει ἔλθει ἡ σωτηρία εἰς τοὺς ἐθνικούς. 4 τότι --κα-
κόν, τουτέστιν-- ἁμαρτία εἶναι κάθε πρᾶγμα ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστιν» (πρὸς Ρωμ.
14.23), πᾶ να πῆ, πίστευε καὶ κάνε ὅ,τι θές. Αὐτὸ κάνουμε, Κύριε.
«᾿Εγὼ εἶμαι ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλότυπος -ἡ Νεφέλη νὰ δῆς-. "Ὄνομα ἄλλων θεῶν δὲν θέ-
λετε ἀναφέρει - γιατὶ μὲ πιάνει τ’ ἀπήλογο-, θέλετε λατρεύει Κύριον τὸν Θεόν σας- γιατὶ αὐτὸ
σᾶς συµφέρει-. Σᾶς ἀνεδίδασα ἐκ γῆς Αἰγύπτου, διὰ νὰ εἶμαι ὁ Θεός σας -- σᾶς ἀνεδίδασεν ὁ
Μωῦσῆς, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ -οὔνα φάτσα, οὔνα ράτσα-. Κύριος ὁ Θεός σου, Μωυσῆ, σὲ
ηὐλόγησε ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα σου -εὖγε στὸ Θεό σου, Μωυσῆ-. Κύριος ὁ Θεός μου πῦρ κατα-
ναλίσκον -ρίχτε μέσα τοὺς ἐπικίνδυνους, γιὰ νὰ μὴν ἔχετε προόλήµατα-. Αγιος, ᾿Εγώ, Κύ-
οιος ὁ Θεός σας -᾿ Εγώ μάλιστα, καὶ τὸ ἔψιλον μὲ κεφαλαῖο, χαϊδάνια-. Θέλετε εἶσθε πρὸς
ἐνθύμησιν -μόνον-,, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸν Θεόν σου θέλεις φοδεῖσθαι καὶ αὐτὸν θέλεις λα-
τρεύει - γιατὶ δὲν ἔχεις καὶ τίποτε ἄλλο νὰ ἐπιδείξης πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον--. ᾿Εγὼ εἶμαι
ὁ Θεός τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός- ἀλλὰ ἔχω καταδικάσει τὴ σάρκα, πού μοῦ ὄγῆκε
λάθος-».
«Ἔν μέσῳ σου Θεὸς μέγας» καὶ φοδερός- καὶ ὁ Θεός, «ὅστις ποτ᾽ ἐστίν», ἂς μᾶς φυλάη-.
Μὴ λησμονήσῃς, πόσον παρώργισας τὸν Θεόν σου ἐν γῇ ἐρήμῳ-- ἂς εἶναι καλὰ ὁ Σαούλ, ποὺ
μᾶς τὸ θυμίξει-. Νὰ φοδῆσαι Κύριον τὸν Θεόν σου, ὅτι Θεός τῶν Θεῶν --ἐστί-, Θεὸς ἐξολο-
θρευτἠς -ποὺ γιὰ σένα μόνο νοιάζεται καὶ γιὰ τὴ δόξα Του-. Κύριος ὁ Θεός σου θέλει ἀφα-
νίσει τὰ ἔθνη, τῶν ὁποίων τὴν γῆν δίδει εἰς σέ --καὶ καλὰ κάνεις καὶ ἐκπαιδεύεις τοὺς Τούρ-
Χους πιλότους-. Κύριος ὁ Θεός σου σοὶ ἔδωκεν ἀνάπαυσιν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν σου -Μου,
καὶ οὐδείς λόγος ἀνησυχίας ὑπάρχει, διότι ὅποιος κατέχει τὴν ἀμερικάνικη τεχνολογία, δὲν
ἔχει νὰ φοδηθῆ τίποτα. ᾿Εσὺ νὰ φοδῆσαι -μόνον-- τὸ φοδερὸν τοῦτο ὄνομα, Κύριον τὸν Θε-
όν σου - διότι ἔχει ἀποδείξει, ὅτι ξέρει νὰ πολιτεύεται-- Δὸς τώρα δόξαν Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου,
ὅτι ζηλωτὴς ἐν τῷ ᾿Ισραήλ --ἀλλὰ ἔχει καὶ αὐτὸς τὸ δόσιμό του-. Πάντες οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι
εἴδωλα -γιατὶ ἔτσι μοῦ ἀρέσει-. ᾿Εγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος -᾿ Εγὼ εἶμ᾽ ἐγὼ εὐζω-
νάκι σωστό, ἀλλὰ χωρὶς τὰ λάθη του καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ διάζοµαι-. .Ο Θεός σας, αὐτὸς εἶναι
ὁ Θεὸς τῶν θεῶν-- καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἁπλῶς ὀδοντόκρεμες- "δύναται ἐκ τῶν λίθων τούτων νὰ
ἀναστήσει τέκνα εἰς τὸν ᾿Αόραάμ», τὸν ἠγαπημένον Του. Κι ὅποια πέτρα κι ἂν σηκώνουν τὰ
ἔθνη, θὰ σᾶς δρίσκουν ἀπὸ κάτω. Τὸ ξέρουμε, Κύριε.
«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», ὁ Θεὸς δὲν ἔδανε γλῶσσα μέσα Του. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δὲν τὸν ἔδλε-
παν, μόνο τὴ Νεφέλη ἔδλεπαν, γιατί, ὅπως εἶναι γραμμένο, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε»
(Ιωάν. Α' ὃ). ᾿Αλλὰ ὁ ᾿Ιωάννης τὰ μπερδεύει. ὋΟ Μωυσῆς δέδαια, ἂν καὶ «ἄνθρωπός Του»,
μιλοῦσε μὲ τὸν ἀέρα τὸν κοπανιστό καὶ μόνο γιὰ μιὰ στιγμὴ εἶδε «τὰ ὀπίσω Του». Ὅταν κά-
ποτε τὸν ἱκέτευσε: Κύριε, τὸ πέρασμά Σου μόνον δὲν ἀρκεῖ: ἄφησέμε νὰ δῶ τὸ πρόσωπό Σου,
«γιατὶ μόνον ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διακριθοῦμε ἐγὼ καὶ ὁ λαός Σου ἀπὸ κάθε ἄλλο λαὸ ποὺ
ὑπάρχει πάνω στὴ γῆ», ἐπῆρε τὴν ἀπάντησιν: «Θέλεις ἰδεῖ τὰ ὀπίσω Μου' τὸ πρόσωπό Μου
δὲν θέλεις ἰδεῖ» 6 Εξοὺ. ΔΓ' 23) καὶ ὁ Μωῦσῆς ἠρκέσθη εἰς «τὰ ὀπίσω Του». 'Ο ᾿Ιακώδ ὅμως,
ἄχ ὁ ᾿Ιακώδ, αὐτὸ τὸ χάρμα ἰδέσθαι, αὐτὸς ὁ μεγάλος καταφερτξῆς, τὸ νταχτιρντὶ τῶν γυ-
ναικῶν, ποὺ γιὰ χάρη του ἔμπαιναν ὁλοσούσουμες στὴν κόλασι, ἀπὸ τὴ μαμά του μέχρι τὶς
ἀδελφοῦλες τῆς Παδάν-ἀράμ, τὰ κατάφερε νὰ γίνη τὸ δικό του καὶ μ᾽ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸ Θεό.
Μιὰ νύχτα, ποὺ μόνος, κατάµονος δίπλα στὸ ποτάμι κυττοῦσε τ᾽ ἀστέρια, εἶδε ὁ Θεὸς ἀπὸ
ψηλὰ κι ὥσπου νὰ πῆς κύμινο, δρέθηκε κι αὐτὸς δίπλα στὸ ποτάμι νὰ παλεύη μὲ τὸν ᾿Ιακώδ
σῶμα μὲ σῶμα (Γέν. 48 24-32). Κατὰ πὼς φαίνεται ὅμως, τὰ δρῆκε σκοῦρα -ὁ Θεός-, γιατὶ
στὸ τέλος ἄρχισε τὰ παρακάλια: ΄Ασε µε νὰ φύγω' σὲ παρακαλῶ. Ξημερώνει: κι ἄν μὲ κόψη
μάτι, θὰ χαθῶ.
Τὴν εὐλογία σου πρῶτα, λέει ὁ ᾿Ιακώδ. --Ποιά εὐλογία του; Αφοῦ δὲν ἤξερε ποιός εἶναι-.