ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

178ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10795 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
30 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Δεν τους χωράει πια ο κόσμος μας — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 10795 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 178

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Δὲν τοὺς χωράει πιὰ ὁ κόσμος μας Στόχος του δὲν ἦταν ὁ θάνατος, δὲν εἶχε τίποτα μὲ τὸ θάνατο, ἡ σιωπή του ἦταν γιὰ τὴ ζωή, γιὰ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν τὸν χωροῦσε. Τὸ συρματόπλεγμα ἔδειχνε τὰ σάπια δόντια του, προκαλοῦσε ξεδιάντροπα: ἀφριζαν τὰ παιδιά, ἔσκουξαν, πετροδολοῦσαν, μᾶς πετοῦσαν τὶς φτυσιὲς κατὰ πρόσωπο. «Ξυπνήστε». ̓Εκεῖνος ὥδευε σιωπηλός, ἤξερε, δὲν περίμενε τίποτα. ̓Εγκλωδισμένος στὰ ὅρια τοῦ ἐφικτοῦ, φρούμαζε. Ζωὴ περιφραγμένη δὲν εἶναι ζωή. Κι ἐκεῖνο τὸ πανάθλιο μισοφέγγαρο τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς νύχτας, ποὺ κολυμποῦσε στὸ αἷμα καὶ ὄρώμιξζε τὸ γαλάζιο, τοῦ ̓κοόε τὸ δρόμο γιὰ τὴν ̓Αμμόχωστο. Μάζευε ὀργή. Τίποτ ̓ ἄλλο. "Ολο κι ὅλο τὸ διός του ἕνα μισοάδειο πακέττο τσιγάρα. Τὸ εἴδαμε πάνω στὴ Γαλανόλευκη. Οὔτε παράσημα, οὔτε λιλιά, τίποτα. Εἴδαμε τὰ μάτια του μὲ τὴν πλησμονὴ τῆς καλῆς καὶ γλυκειᾶς ὥρας --ποιοὔ τάχα καιροῦ;- μὲ τὸ χαμογέλιο τῆς εὐφρόσυνης θάλασσας ποὺ γέννησε τὴν ̓Αφροδίτη. Σὲ ἅγιο εἰκονοστάσι τὰ μάτια του, εὐαγγελιζόμενα τόκους ἐλευθερίας ἀτελεύτητους. «Καρτεροῦμεν μέρα νύχτα νὰ φυσή ξει ἕνας ἀέρας... », ὁ ἐθνικὸς ὕμνος τῆς Κύπρου. Τὸν λέν’ ἀγκαλιασμένοι πάνω στὰ μνήματα, δεμένοι μὲ τὰ μνήματα, πιασμένοι ἀπ’ τοὺς νεκρούς τους. Εἰκοσιδύο χοόνια εἶναι πολλά. Βιαξόταν ν ̓ ἀνέδει, νὰ γίνει ἀέρας. Εἶχε ἀρχίσει κιόλας ἡ ἀνάληψι. Εἶδε τὸν πεσμένο ἄνθρωπο γὰ τὸν λυώνουν στὸ χῶμα σὰ σιχαμερὸ σκουλήκι. Εἶδε τὰ μάτια ποὺ τινάχτηκαν στὸ καθημαγμένο στέρνο. Δὲν τὸν κρατοῦσε τίποτα πιά. Οὔτε τὰ παιδιά, ποὺ φώναζαν ἀπελπισμένα «γύρνα πίσω». ̓Αλαφροπατῶντας, ἀέρινος δροσουλίτης τοῦ ὀνείρου, πέρασε τὸ ὅριο τοῦ ἐφικτοῦ κι ἀνέδηκε κατακόρυφα μὲ τὸ τελευταῖο τσιγάρο στὸ στόμα, μὲ τὶς πλάτες γυρισμένες στὶς κάννες ποὺ τὸν σημάδευαν --χορεσθῆτε. Α νέδηκε, λέει, κάπου τρία μέτρα. Τί ἀνόητος λόγος. Κανεὶς ἀπὸ μᾶς, καὶ κανεὶς ἱστορικὸς τοῦ παρόντος ἢ τοῦ μέλλοντος, δὲ μπορεῖ νὰ μετρήσει. πόσο ἀνέδηκε. Στὸ ὕψος τῆς ὑπέρτατης προσφορᾶς ἀπένειμε δικαιοσύνη. ̓Αποκατέστησε τὴν ἁρμονία στὸν κόσμο τῆς μοίρας, δίνοντας στὰ μεγέθη τὶς πραγματικές τους διαστάσεις. Μὲ ἀκρίδεια. «Μιὰ ἀκριδής στιγμὴ εἰναι ἡ δικαιοσύνη». Καὶ ἡ εὐτυχία. Μιὰ «ἀκριδὴς στιγμή», καὶ στρίδει τὸ πηδάλι. Γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ ὁ γιὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐνίκησε τὸ μικρόψυχο καιρό. Γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς δεπεράστηκε, συρρικνώθηκε στὰ μέτρα του. Τί νὰ καταλάδουν ἀπ ̓ αὐτὰ οἱ ἀρκοῦδες τοῦ ̓Αλάοιχου, οἱ γκρίζοι λύκοι τῆς μαντὰμ Τσιλλέρ, οἱ ἀγελάδες τῶν Φὰρ καὶ κοντινῶν Οὐέστ. «Εκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν τὸ κακὸ - ποιοί καὶ πόσοι ἀκριδῶς;-- χάνονται μέσα σὲ μαῦρο σύγνεφο». Τὸ λεκανοπέδιο τῆς ̓Αττικῆς σίγουρα χάνεται μέσα σὲ μαῦρο σύννεφο. ̓Εκεῖνα τὰ σπαραχτικά, «Ρὲ παιδιά... τὸν σκότωσαν;!... -- Παιδιά... τὸν σκότωσαν!!..», δὲ νομίζω ὅτι θὰ μᾶς χαλάσουν τὸν ὕπνο. Κάποτε μὲ συνεπῆρε ἕνα τοπίο κάπου στὴνΑ ττική, ποὺ μὲ συμφιλίωσε ἐπὶ τέλους μ ̓ ἕνα χῶρο ποὺ δὲν τὰ πήγαινα καλά. Δὲν πέρασε πολὺς χαιρός, ὅταν ἀποζή τησα καὶ πάλι τὸ μέρος ἐχεῖνο, ποὺ μοῦ εἶχε ἀποκαλύψει τὴν ψυχή μου. Πήγαινα σὰ σὲ προσκύνημα. Δὲν τὸ δρῆχα. Δὲν ὑπῆρ χε πιά. Εἶχε κατακερματισθεῖ. Σχήματα τετράγωνα, ὀρθογώνια παραλληλόγραμμα, εὐθεῖες χάθετες, παράλληλες, γραμμὲς τέμνουσες μοῦ Ἄοψαν τὸ δρόμο. Με καθήλωσαν. Μ’ ἔξωσαν τὰ φίδια. ̓Εκεῖνοι ποὺ ἔπραξαν ἐτοῦτο τὸ κακό, ἦσαν ἱκανοὶ γιὰ τὸ Κάθε κακό. Ποῦ εἰχε τὶς πηγές της αὐτὴ ἡ δαρδαρότητα, ποὺ προχωροῦσε ἀκάθεχτη καὶ ἀνεξέλεγκτη; Κάποτε φωνάζαμμε «ἔνωσι» μέσα στὸ προαύλιο τοῦ πανεπιστημίου ἀσχημονοῦντες -γεννητούρια τῶν ἀπωθημένων τῆς Ρωμιοσύνη ς-. Στὸ πρῶτο ἀστεῖο ἐμπόδιο, στὶς ἀντλίες μὲ τὸ νεοάκι τοῦ θεοῦ, γίναμε λαγοί. Πίσω. Κάτω ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖο «Μ. Βρεττανία» - ἄκου Μεγάλη Βρεττανία μέσα στὴν καρδιὰ τῆς ̓ Αθήνας!-- ἡ ἴδια κίνησι. Μὲ τοὺς ἀστυφύλακες νὰ κάνουν χάξι. Τίἤοθαμε νὰ κάνουμε δῶ; Μὰ «νὰ προοδεύσουμε», ὅπως ἄκουγα. "Αλλοι τὸ ἔλεγαν «νὰ τὰ καταφέρουμε». Καὶ ἦταν τέτοια ἡ πρόοδος, ὥστε μεγάλη κυρία τῆς δημοσιογραφίας μας θ ̓ ἀναρωτηθῆ μὲ παράπονο -- πολὺ ἀργὰ πιά: «Μὰ κανεὶς δὲν ἀγαπάει αὐτὴν τὴν πόλι;». «Μὴν κλαῖς, Μουτσάτσα, μὴν κλαῖς». Μάρτυς ὁ Θεός, δὲν ξαναπῆγα σὲ συλλαλητήριο. «Τὸν ἀγῶνα» θὰ συνεχίσουν τὰ κόμματα, χωρὶς τὰ δικά μας εὐτράπελα καὶ χωρὶς νὰ τοὺς καίγεται καρφάχκι γιὰ τὴν Κύπρο. Χόρευαν στὰ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →