ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
181ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ηλίας — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
κη. Ἠλίας
Μέγας προπάτοράς «μας». Ηλίας ὁ Θεσδίτης. Κι αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀγγελιαφόρους
τοῦ Γιαχδέ. Εἶχε δέδαια κι’ αὐτὸς τὸ ψώνιο του. Τὴν ἔδρισκε νὰ ἀνεδαίνῃ
στὶς κορφὲς τῶν δουνῶν.
Κυτταρικὴ μνήμη ἢ αὐτογνωσία, κανεὶς ποτὲ δὲν ἔμαθε. Τὸ γεγονὸς πάντως
εἶναι, πὼς ἔκανε στὰ ἀγριοκάτσικα παρέα. Ὅπως λοιπὸν μᾶς λέει τὸ ἱερό «μας»
θιδλίο τοῦ Γιαχδέ, ὁ ̓Οχοξίας, ὁ δασιλιᾶς τοῦ ̓Ισραήλ, μιὰ μέρα ἔπεσε ἀπὸ τὸ
ὑπερῷο του καὶ τραυματίστηκε. Στὴν συνέχεια δὲ ἔστειλε δικούς του ἀγγελιαφόρους
στὸν Βέελ - ζεδούλ, τὸν θεὸ τῆς ̓Ακκαρών, γιατὶ ἦταν μιὰ ἐποχή,
ποὺ οἱ ̓Ισραηλῖτες τὰ εἶχαν τσουγκρίσει μὲ τὸν Γιαχδέ, γιὰ νὰ μάθῃ, πῶς θὰ
θεραπευθῇ. Τὄμαθε ὁ Γιαχδὲ καὶ ἔγινε εἰδωλολάτρης, ἐκτὸς ἑαυτοῦ (τότε δὲν
ὑπήρχαν Τοῦρκοι).
Στέλνει λοιπὸν ἀγγελιαφόρο ἱπτάμενο καὶ παραγγέλνει στὸν ̓Ηλία: «Σηκώθητι,
ἀνάδα εἰς συνάντησιν τῶν μηνυτῶν τοῦ θασιλέως τῆς Σαμαρείας, καὶ
εἰπὲ πρὸς αὐτούς: ἐπειδὴ δὲν εἶναι Θεὸς ἐν τῷ ̓Ισραήλ, διὰ τοῦτο ὑπάγετε εἰς
τὸν Βέελ-ζεθούλ, τὸν θεὸν τῆς Ακκαρών. Τώρα λοιπὸν οὕτω λέγει Κύριος: δὲν
θέλεις καταδῆ ἀπὸ τῆς κλίνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέδης, ἀλλ ̓ ἐξάπαντος θέλεις
ἀποθάνει. Καὶ ἀνεχώρησεν ὁ ̓Ηλίας» (Βασιλέων - Β ́ αξ - 4). Τώρα ποιός κάνει
θουντοῦ, ὁ Βέελ-ζεδούλ ἢ ὁ Γιαχδέ; 4ὲν φτάνει ποὺ τὴν εἶχε κοπανήσει
ἀπὸ τὸ ̓Ισραήλ, τώρα ζητάει καὶ τὰ ρέστα; Τί νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι; Νἄτανε
ἡ ζήλεια ψώρα. Τσακώνονταν ὁ Βεέλ - ζεθοὺλ μὲ τὸν Γιαχύέ, γιὰ τὸ ποιός
ἦταν ὁ καλύτερος θεός. Τελικὰ ὁ Γιαχύέ, ὅπως ἀνεμένετο ἄλλωστε, καὶ πάντα
σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόλυτη ἀμερολη ψία, ποὺ τηρεῖ τὸ ἱερό «μας» διδλίο σὲ παοόμοια
θέματα, ἦταν καὶ πάλι ὁ νικητής, ὁ καλύτερος θεός. Ετσι ὁ ̓Οζοχίας
«καὶ ἀπέθανε, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖον ἐλάλησεν ὁ ̓ Ηλίας» (Βασιλ.
Β ́ α ́ 17). Πάει, τὸν ἔφαγε τὸν ἄνθρωπο. Γιαχδὲ - Βεὲλ - ζεδούλ, σημειώσατε
ἕνα. ἔπαιζε καὶ ἐντὸς ἕδρας ἄλλωστε.
Καὶ νὰ ποῦμε, πὼς δὲν προσπάθησε ὁ ἔρημος ὁ ̓Οχοζίας; Τὸ πρῶτο ποὺ ἔκανε,
μόλις πληροφορή θηκε, ὅτι ὁ Γιαχδὲ τοῦ τὴν είχε στημένη, ἦταν νὰ μάθῃ,
ποιός τοὺς τὸ εἶπε. Τότε οἱ ἀγγελιαφόροι «καὶ ἀπεκρίθησαν πρὸς αὐτόν:
ἄνθρωπος δασύτριχος καὶ περιεζωσμένος τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ μὲ ζώνην δερματίνην.
Καὶ εἶπεν, ̓Ηλίας ὁ Θεσθίτης εἶναι» (Βασιλ. Β ́ α ́δ). Οὔτε δευτερόλεπτο
δὲν σκέφτηκε ὁ ̓Οχοζίας. "Ένας ὁ Ησαῦ κι’ ἄλλος ἕνας ὁ προπάτορας. Βέθαια
ὑπῆρχαν καὶ ἄλλα γοριλλάκια, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τότε μόνο ὁ προπάτορας
πρέπει νὰ τὂχε σκάσει καὶ γύρναγε ἐλεύθερος καὶ τριχωτὸς μὲ τὸ λουράκι, ποὺ
τὸν θγάζανε θόλτα, νὰ κρέμεται ἀπὸ τὴν ὀσφύν του. Κυνηγημένος λοιπὸν ὁ
προπάτορας ποῦ ἀλλοῦ θὰ πήγαινε; «Καὶ ἀπέστειλεν ὁ θασιλεὺς πρὸς αὐτὸν
πεντηκόνταρχον, μετὰ τῶν πεντήκοντα αὐτοῦ. Καὶ ἀνέθη πρὸς αὐτόν: καὶ ἰδού.
̓Εκάθη το ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους. Καὶ εἰπε “πρὸς αὐτόν. ΓΑ νθρωπε τοῦ Θεοὔ,
ὁ δασιλεὺς εἶπε, Κατέδα. Καὶ ἀποκρυδεὶς ὁ Ηλίας εἶπε πρὸς τὸν πεντηκόνταρχον.
̓Εὰν ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἂς κατεδῇ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ, καὶ
ἂς καταφάγῃ σὲ καὶ τοὺς πεντήκοντά σου. Καὶ κατέδη πῦρ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ
κατέφαγεν αὐτὸν καὶ τοὺς πεντήκοντα αὐτοῦ» (Βασιλ. β ̓α 9-10). Ποῦ νὰ ξαναμπῇ
στὸ κλουθὶ ὁ προπάτορας; Κορόιδο ἤτανε; Οὔτε οἱ ὁράκοι τοῦ παραμυθιοῦ
δὲν πέταγαν τέτοιες φωτιές. Συνολικὰ δὲ ἔκαψε ἑκατὸν δύο ἄτομα,