ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
182ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Κάδμος, Φοίνικες, Αλφάβητο — ΠΥΡΡΑ
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
Κείμενο φύλλου
Κ.ΟΚΑΝΕ», Ηρακλῆς, ὁ Συνταξιδιώτής μου
Ἔχω παρατηρήσει καὶ ἄλλες φορές, ὅτι χρειάζεται ἰδιαίτερη ἐπιφυλακτικότητα, ὅταν μελετοῦμε
ἔργα «φιλελλήνων», ποὺ ἀναφέρονται στὴν μυθολογία ἢ στὴν ἱστορία μας. Τοῦτο,
ἐπειδὴ κατὰ κανόνα στὰ ἔργα τους, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια καὶ ὑποταγὴ στὴν συμδατικὴ (ψευτο)ϊστορία
εἴτε ἀπὸ σχοπιμότητα, μέσα ἀπὸ ἑλληνολατρικὸ μανδύα περνοῦν θέσεις ἐξόχως
ἀνθελληνικές. Καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς ἀσφαλῶς εἶναι πολὺ πιὸ ἐπιζήμιος ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς
φανερῆς ὑποστη οἰξεως ἀνθελληνικῶν θέσεων.
̓Αφορμὴ σ ̓ αὐτὲς τὶς σκέψεις μοῦ δίνει τὸ ἔργο τοῦ κ. Κ. Οτανεβ «Ἡρακλῆς ὁ Συνταξιδιώτης
μου» («Πετει]ες, πιγ ῥΠἰρπιαίε»), ποὺ σχετικῶς πρόσφατα ἐξέδωσε στὰ ἑλληνικὰ ὁὁ
ἔκδοτικὸς οἶκος «ΑΠεῃ». Στὸν πρόλογό του ὁ μεταφραστὴς κ. Μ. Βερέττας γράφει: «ὁ Ρ.
Γ ̓ κραίη 6ς σὰν γνώστης, λάτρης καὶ μύστης τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος: εἶναι ἕνας γνησιότατος
Ἓλληνας, πολὺ περισσότερο ἴσως ἀπὸ τοὺς γεννημένους σ ̓ αὐτὸ τὸν ἔνδοξο ὅσο καὶ
κακοπαθιασμένο τόπο, καὶ τοῦτο τὸ διόλίο του μοσχοδολᾶ Ελλάδα».
Δυστυχῶς ὅμως αὐτὸς ὁ ἔνδοξος τόπος «κακοπαθαίνει» γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἀπὸ τὸν
«μύστη τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος», τοῦ ὁποίου τὸ διόλίο «μοσχοδολᾶ» ὕπουλο, καὶ ἄρα
πιὸ ἐπικίνδυνο, ἀνθελληνισμό. ̓ Ας γίνω: πιὸ συγκεχριμένος: ὋὉ κ. Κ. στᾶνες παρουσιάζει
μὲ ἀρνητικὸ τρόπο τοὺς Ἕλληνες, τοὺς ὁποίους ὁ Κόλχος ναύαρχος «ἔμαθε νὰ μὴν ἐμπιστεύεται
καὶ προπάντων νὰ μὴν πιστεύῃ τὰ λόγια τῶν κηρύκων» (σ. 561). Οἱ ̓Αργοναῦτες
τοῦ κ. Κ. Οτανες ψεύδονται, ἐξαπατοῦν, κλέδουν, εἰναι ἔμπλεοι δεισιδαιμονιῶν, φθονοῦνται,
μισοῦνται καὶ ἀλληλοεξοντώνονται. ̓Αρνητικότερη μορφὴ εἶναι ὁ Ἡναλλῆς - θλάξ, ἄγριος,
Φονικός, ἀνήθικος, ἀδίσταχτος, χτηνώδης καὶ... ὁμοφυλόφιλος, ἕνα εἶδος γίγαντος Παπούα
μὲ τερατώδη δύναμι καὶ σχεδὸν χαννιδαλικὴ συμπεριφορά. Προφανῶς ὁ συγγραφεὺς
οὐδέποτε ἄκουσε γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἡρακλῆς ἐπέλεξε τὸν δρόμο τῆς ̓Αρετῆς καὶ
Κάδμος, Φοίνικες καὶ ̓Αλφάθητο
Α. ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΚΑΔΜΟΥ
α. Τὸ ὄνομα «Κάδμος»
̓Απὸ τὴν «ἱστορία τοῦ Ελληνικοῦ "Εθνους» (Εκδοτικὴ ̓Α θηνῶν, τόμος Α ́, σελ. 361)
πληροφορούμαστε τὰ ἑξῆς: «Τὸ ὄνομα τοῦ Κάδμου δινόταν: σ ̓ ἕνα θουνὸ καὶ σὲ ἕνα ποτάμι
στὰ σύνορα τῆς Καρίας μὲ τὴ Λυδία καὶ τὴ Φρυγία' σὲ ἕνα δράχο στὰ παράλια τῆς
Νότιας Ἰλλυρίας" καὶ σὲ ἕνα παραπόταμο τοῦ Θυάμιδος. (Καλαμᾶ) στὴν Ἤπειρο. ̓Απὸ
τὴν ἄλλη μεριὰ γνωρίξουμε, ὃ ὅτι οἱ Κρητικοὶ τῶν ἱστορικῶν χθόνων χθησιμοποιοῦσαν τὴ
λέξη “κάδμος ̓ μὲ τρεῖς σημασίες: “δόρυ, λόφος, ἀσπίς" » Ἢ ἄποψη, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει
τὴ σημιτικὴ καταγωγὴ τοῦ Κάδμου, στηρίζεται γιὰ τὴν ἐτυμολογία τοῦ ὄνόματος,
«σὲ μα θίξα Καάπι-, ποὺ σημαίνει: “ἐμπρός, πρίν, ἀνατολή»
“Ὡστόσο ἡ οίξα «κἀδμ.»ἀ ἀπαντᾶται στὴν “Ελληνικὴ στὸ ρῆμα καίνυμι -Ξ ἐξέ χω, ὑπερ τερῶ,
διακρίνομαι, ποὺ στὸν παρακείμενο εἶναι κέκαδμαι ἢ κέκασμαι. “Η σημασία τοῦ ρήματος
δικαιολογεῖ τὴ χοησιμοποίη ση τῆς λέξης ἆἀπὸ τοὺς Κρή τικοὺς, μὲ σημασίες, ποὺ κοινὸ χαρακτηριστικὸ
ἔχουν τὴ διάκριση, τὴν ἐξέχουσα θέση, τὸ ὕψος. Κάτι, τὸ ὁποῖο δὲν δικαιολογεῖται
μὲ τὴ σημιτικὴ ἄποψη περὶ ἐτυμολογίας τοῦ ὀνόματος.
̓Εξάλλου στὴν « “Ἱστορία Γι Ἐνέσεως τῆς Ελληνικῆς Γ λώσσας» τοῦ Η.Λ. Τσατσόμοιρου,
(Α ) ὁ δεικνύων (Δ) τὴν Διὸς σοφία (μῆτιν: Μ) διὰ τῶν Μουσῶν σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη (0),