ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
186ΙΟΥΝΙΟΣ 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ανάγκη επανεξετάσεως απηρχαιωμένων κανόνων της Εκκλησίας της Ελλάδος — ΣΚΟΡΔΑΣ, Ε.
Κείμενο φύλλου
̓Ανάγκη ἐπανεξετάσεως ἀπηρχαιωμένων
κανόνων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Τὸ Ἐκκλησιαστικὸ ἢ Κανονικὸ Δίκαιο ἀποφαίνεται περὶ Ἐκκλησίας: «Εκκλησία εἶναι
ἡ θρησκευτικἠ κοινωνία τῶν θαπτισθέντων στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ πιστευόντων στὸν
Χριστὸ καὶ στὴν θεία διδασκαλία του». Ετσι λέει ἡ θεωρία.
Κάθε Ἐκκλησία ὡς ὀργανωμένη πνευματικὴ κοινωνία ἔχει τὸ δικό της δίκαιο. Καὶ ἡ
̓Ορθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὸ δίκαιό της, ποὺ ἰσχύει κατὰ θάση σ ̓ ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους
Αὐτοχέφαλες Ορθόδοξες Ἐκκλησίες. Τὸ δίκαιο αὐτὸ εἶναι ἀποτυπωμένο στὶς κοινὲς πανορθόδοξες
πηγές, δηλ. στοὺς ἀποστολικοὺς κανόνες, στοὺς κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων, στοὺς κανόνες ὡρισμένων τοπικῶν Συνόδων, στὶς ὁποῖες προσδόθηκχε πανορθόδοξο
κῦρος, στὴν ἱερὴ Παράδοση καὶ γενικὰ στὰ ἐκκλησιαστικὰ ἔθιμα τῆς Ορθοδοξίας.
ὋὉ χορμὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου τῆς ̓Ορθόδοξης Ἐκκλησίας εἶναι ὁ αὐτὸς σ ̓
ὅλες τὶς Αὐτοχέφαλες ̓Ορθόδοξες Ἐκκλησίες. Παρουσιάζει ὅμως διάφορες παραλλαγὲς
στὶς ἐπὶ μέρους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίιες, ποὺ ὀφείλονται κυρίως σὲ νομοθετικἁ μέτρα
τῶν Πολιτειῶν, ἐντὸς τῶν ὁποίων δρίσκονται οἱ Αὐτοχέφαλες Ἐκκλησίες.
Τὸ ἀρθρ. 3, παρ. 1 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1986 ὁρίζει ὅτι, «Η ̓ Εκκλησία τῆς Ελλάδας γνωοίζει
ὡς Κεφαλή της τὸν Κύριο ἡμῶν ̓Ιησοῦ Χριστό, ὑπάρχει ἀναπόσπαστα ἑνωμένη δογματικὰ
μὲ τὴ Μεγάλη ̓ Εκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ μὲ κάθε ἄλλη ὁμόδοξη
̓Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τηρεῖ ἀπαρασάλευτα, ὅπως ἐκεῖνες, τοὺς ἱεροὺς ἀποστολικοὺς
καὶ συνοδικοὺς κανόνες καὶ τὶς ἱερὲς παραδόσεις».
Πάντοτε ἀνεφύη τὸ σπουδαιώτατο ζήτημα, γιὰ ποιούς κανόνες ἐπιθάλλεται ἡ ἰσχὺς ἀπὸ
τὸ Σύνταγμα; Γιὰ ὅλους τοὺς κανόνες ἀδιαχρίτως ἢ μόνο γιὰ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται
στὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας; Τὸ ζήτημα κατέστη πολλὲς φορὲς ἐπίμαχο. Διατυπώθηχαν
διάφορες γνῶμες, οἱ ὁποῖες συνοψίζονται σὲ δύο κατηγορίες. Στὴν πρώτη κατηγορία
ἀνήκουν ἐκεῖνοι, ποὺ ὑποστηρίζουν τὴν ἰσχὺ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ὅλων τῶν κανόνων
τῆς Ἐκκλησίας, ἄσχετα ἀπὸ τὸ περιεχόμενό τους, ἄρα καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη
καὶ διοίκηση καὶ σὲ ἐκείνους, ποὺ ἀναγνωρίζουν συνταγματικὴ ἰσχὺ μόνο στοὺς δογματικοὺς
κανόνες.
Τὸ θέμα αὐτὸ πέρα ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ Νομικοῦ Συμδουλίου τοῦ Κράτους τὸ 1900 ἐπανειλημμένως
παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ Συμδουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖο μὲ σειρὰ
ἀποφάσεων δέχθηκε, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα συνταγματικὸ κῦρος ἔχουν μόνο οἱ
δογματικοὶ κανόνες, ὄχι καὶ οἱ διοικητικοί (ἀρ. 139,30 καὶ 500/32 καὶ 997|36).
Θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν ἔννοια τῶν ἱερῶν κανόνων. «Κανόνες» στὴν γλῶσσα τῆς
Ἐκκλησίας καλοῦνται οἱ διατάξεις, ποὺ ἀναφέρονται στὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀποφάσεις
ὅμως τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ δογματικῶν θεμάτων λέγονται «ὅροι». Ἔτσι τὸ πρᾶγμα
διευχρινίζεται καὶ στὶς ἱερὲς κατηχήσεις. Οἱ κανόνες ἀναφέρονται στὴν ἐκκλησιαστικὴ
εὐταξία καὶ οἱ ὅροι στὰ δόγματα. Κατὰ τοὺς κανονολόγους ἡ φράση «δογματικοὶ κανόνες»
εἶναι ἀντιφατική, γιατὶ οἱ ἀποφάσεις ποὺ ἀναφέρονται σὲ δόγματα λέγονται ὅροι.
Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ δόγμα δὲν ἐξελίσσεται, ἡ ὀργάνωση ὅμως τῆς Ἐκκλησίας ἐξελίσσεται.
"Οταν λοιπὸν τὸ Σύνταγμα, (ἄρθρ. 3) ἀναφέρεται στοὺς «ἀποστολικούς, συνοδικοὺς
κανόνες καὶ στὴν ἱερὴ παράδοση», ἀναφέρεται γενικῶς στοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας;
Ἢ ἀναφέρεται μόνο στοὺς δογματικοὺς κανόνες, δηλ. στοὺς «ὅρους» καὶ ὄχι καὶ σὲ
ἐκείνους, ποὺ ἀνάγονται στὴν ἐκχλησιαστικὴ τάξη καὶ τὴν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας;