ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

188-189ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1997

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 11641 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ρουθ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 11641 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 188

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ λε. Ροὺθ Προπατόρισσα ἀπὸ σπόντα, μιᾶς καὶ προηγουμένως ἦταν κακὴ εἰδωλολάτρισσα καὶ λάτρευε τὸν ψεύτικο θεὸ Χεμώς. “Ὅταν ὅμως πίστεψε στὸν ̓Ϊεχωδᾶ τὸν μεγάλο, τότε ἔγινε καλὴ καὶ προπατόρισσά «μας» ἀντάξια τοῦ ἱεροῦ «μας» θιθλίου καὶ τῶν ὑπολοίπων τύπων, ποὺ ἐμπεριέχει. Μιὰ ἐποχὴ πείνας λοιπὸν στὸ Ισραήλ ξεκίνησε δ ̓ Ελιμέλιχ μὲ τὴν γυναῖκα του Ναομὶ καὶ τὰ δυό τους παιδιά, τὸν Μααλὼν καὶ τὸν Χελαιών, καὶ ἦρθαν στὴν γῆ Μωάθ, ποὺ ἐκεῖ δὲν πεινοῦσαν. ̓ Ηταν ἀπὸ τὰ καψόνια, ποὺ τοὺς ἔκανε ὁ Γιαχθὲ ποῦ καὶ ποῦ, γιὰ νὰ τὸν φοδοῦνται πιὸ πολύ. ̓κεῖ, στὴν γῆ Μωάθ, τὰ δυὸ παιδιά τους πήραν γιὰ γυναῖκες Μωαδίτισσες παρὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Γιαχόδέ, ποὺ δὲν θέλει ἀλλόθρησκες. ἔπεφτε, θλέπετε, λίγο μακριὰ τὸ ̓Ισραήλ, γιὰ νὰ δολευτοῦν, καὶ τὸ παοάδειγμα τοῦ Αὐνὰν ἦταν σχετικὰ πρόσφατο. Ἔτσι «καὶ οὗτοι ἔλαδον εἰς ἑαυτοὺς γυναῖκας Μωαδίτιδας' τὸ ὄνομα τῆς μιᾶς ̓Ορφά, καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἄλλης Ρούθ» (Ροὺθ α ́ 4). Νάτη ἡ προπατόρισσα. Βρὲ ἂς μὴν ἤθελε ὁ Χελαιὼν νὰ ἐκπαιδεύση τὸ χέλι του, καὶ θὰ σοῦ ἔλεγα ἐγώ, ἂν σὲ ἔγραφε τὸ ἱερό μας τὸ ἀνάγνωσμα. Ὅμως ὁ Γιαχόθὲ δὲν θὰ τὸ ἄφηνε αὐτὸ ἔτσι νὰ περάσῃ. Τότε λοιπὸν «ἀπέθανον δὲ ἀμφότεροι ὁ Μααλὼν καὶ ὁ Χελαιών' καὶ ἐστερήθη ἡ γυνὴ τῶν δύο υἱῶν αὐτῆς καὶ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς» (Ροὺθ α ́ 5). Τότε ἔπιασε τὸ μήνυμα ἡ Ναομί, ἡ Εδραία. "Αμα μείνω ἐδῶ, σοῦ λέει, θὰ μὲ φάῃ καὶ μένα. Κάτσε νὰ φεύγουμε. «Καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ τόπου ὅπου ἦτο καὶ αἱ δύο νύμφαι αὐτῆς μετ ̓ αὐτῆς: καὶ ἐπορεύοντο τὴν ὁδὸν διὰ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς γῆν ̓Ιούθα (Ροὺθ α ́ 7). Τὸ κακὸ ὅμως ἦταν ποὺ οἱ δύο οἱ νύφες της τῆς ἔγιναν κολαοῦξοι καὶ δὲν ἤθελαν μὲ τίποτα νὰ μείνουν πίσω στην Μωάό. Ποιός Μωαδίτης θὰ τὶς παντρευότανε; Θέλανε ̓Εόραίους γαμπροὺς τώρα. Κακὸ μετὰ ἀποκαλύψεως δηλαδή. ”Ἔλα ὅμως, ποὺ ἡ Ναομὶ δὲν τὶς ἤθελε καὶ προσπαθοῦσε μὲ εὐγενικὸ τρόπο νὰ τὶς διώξῃ. «Εἶπεν δὲ ἡ Ναομὶ πρὸς τὰς δύο νύμφας αὐτῆς. Ὑπάγετε, ἐπιστρέψατε ἑκάστη εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτῆς. “Ο Κύριος νὰ κάμῃ ἔλεος εἰς ἐσᾶς καθὼς σεῖς ἐκάμετε εἰς τοὺς ἀποθανόντας, καὶ εἰς ἐμέ» (Ροὺθ α ́ 8). ̓Αλλὰ αὐτὲς «εἶπον πρὸς αὐτήν. Οὐχί, ἀλλὰ μετὰ σοῦ θέλομεν ἐπιστρέψει εἰς τὸν λαόν σου» (Ροὺθ α ́ 10). Βρὲ τί πάθαμε, σκέφτηκε ἡ Ναομί, πάει μὲ ἔφαγε ὁ Γιαχόέ, ἂν τὶς πάρω μαζί μου τὶς ἄπιστες. Πῶς θὰ τὶς ξαποστείλω; «Καὶ εἶπεν ἡ Ναομί. ̓Επιστρέψατε, θυγατέρες μου' διὰ τί νὰ ἔλθητε μετ ̓ ἐμοῦ, μήπως ἔχω ἔτι υἱοὺς ἐν τῇ κοιλίᾳ μου διὰ νὰ γείνωσιν ἄνδρες σας; ἐπιστρέψατε, θυγατέρες μου, ὑπάγετε» (Ροὺθ α 11-12). Καὶ τότε λύγισε ἡ ̓Ορφά, ἡ μία ἡ ἀδελφούλα. “Ὅμως ἡ Ροὺθ «ἐπροσκολλήθη εἰς αὐτήν' καὶ εἶπεν ἡ Ναομί, ἰδοὺ ἡ σύννυμφός σου ἐπέστρεψε πρὸς τὸν λαὸν αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς θεοὺς αὐτῆς: ἐπέστρεψον καὶ σὺ κατόπιν τῆς συνγύμφου σου» (Ροὺθ α ́ 15). Καὶ τότε ἡ Ρούθ, ἀφοῦ εἶδε καὶ ἀπόειδε, ἔκανε τὸ μεγάλο δῆμα: «διότι ὅπου ἂν σὺ ὑπάγῃς καὶ ἐγὼ θέλω ὑπάγει: καὶ ὅπου ἂν σὺ παοαμείνῃς, καὶ ἐγὼ θέλω παραμείνει" ὁ λαός σου, λαός μου καὶ ὁ Θεός σου, Θε-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →