ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
188-189ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ρουθ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
λε. Ροὺθ
Προπατόρισσα ἀπὸ σπόντα, μιᾶς καὶ προηγουμένως ἦταν κακὴ εἰδωλολά-
τρισσα καὶ λάτρευε τὸν ψεύτικο θεὸ Χεμώς. “Ὅταν ὅμως πίστεψε στὸν ᾿Ϊεχωδᾶ
τὸν µεγάλο, τότε ἔγινε καλὴ καὶ προπατόρισσά «μας» ἀντάξια τοῦ ἱεροῦ «μας»
θιθλίου καὶ τῶν ὑπολοίπων τύπων, ποὺ ἐμπεριέχει. Μιὰ ἐποχὴ πείνας λοιπὸν
στὸ Ισραήλ ξεκίνησε δ᾽ Ελιμέλιχ μὲ τὴν γυναῖκα του Ναομὶ καὶ τὰ δυό τους παι-
διά, τὸν Μααλὼν καὶ τὸν Χελαιών, καὶ ἦρθαν στὴν γῆ Μωάθ, ποὺ ἐκεῖ δὲν πει-
νοῦσαν. ᾽ Ηταν ἀπὸ τὰ καψόνια, ποὺ τοὺς ἔκανε ὁ Γιαχθὲ ποῦ καὶ ποῦ, γιὰ νὰ
τὸν φοδοῦνται πιὸ πολύ. ᾿κεῖ, στὴν γῆ Μωάθ, τὰ δυὸ παιδιά τους πήραν γιὰ
γυναῖκες Μωαδίτισσες παρὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Γιαχόδέ, ποὺ δὲν θέλει ἀλλόθρη-
σκες. ἔπεφτε, θλέπετε, λίγο μακριὰ τὸ ᾿Ισραήλ, γιὰ νὰ δολευτοῦν, καὶ τὸ πα-
οάδειγμα τοῦ Αὐνὰν ἦταν σχετικὰ πρόσφατο.
Ἔτσι «καὶ οὗτοι ἔλαδον εἰς ἑαυτοὺς γυναῖκας Μωαδίτιδας' τὸ ὄνομα τῆς μιᾶς
᾿Ορφά, καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἄλλης Ρούθ» (Ροὺθ α΄ 4). Νάτη ἡ προπατόρισσα. Βρὲ
ἂς μὴν ἤθελε ὁ Χελαιὼν νὰ ἐκπαιδεύση τὸ χέλι του, καὶ θὰ σοῦ ἔλεγα ἐγώ, ἂν
σὲ ἔγραφε τὸ ἱερό μας τὸ ἀνάγνωσμα. Ὅμως ὁ Γιαχόθὲ δὲν θὰ τὸ ἄφηνε αὐτὸ ἔτσι
νὰ περάσῃ. Τότε λοιπὸν «ἀπέθανον δὲ ἀμφότεροι ὁ Μααλὼν καὶ ὁ Χελαιών' καὶ
ἐστερήθη ἡ γυνὴ τῶν δύο υἱῶν αὐτῆς καὶ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς» (Ροὺθ α΄ 5). Τότε
ἔπιασε τὸ μήνυμα ἡ Ναομί, ἡ Εδραία. "Αμα μείνω ἐδῶ, σοῦ λέει, θὰ μὲ φάῃ καὶ
μένα. Κάτσε νὰ φεύγουμε. «Καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ τόπου ὅπου ἦτο καὶ αἱ δύο νύμ-
φαι αὐτῆς μετ᾽ αὐτῆς: καὶ ἐπορεύοντο τὴν ὁδὸν διὰ νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς γῆν
᾿Ιούθα (Ροὺθ α΄ 7).
Τὸ κακὸ ὅμως ἦταν ποὺ οἱ δύο οἱ νύφες της τῆς ἔγιναν κολαοῦξοι καὶ δὲν ἤθε-
λαν μὲ τίποτα νὰ μείνουν πίσω στην Μωάό. Ποιός Μωαδίτης θὰ τὶς παντρευό-
τανε; Θέλανε ᾿Εόραίους γαμπροὺς τώρα. Κακὸ μετὰ ἀποκαλύψεως δηλαδή.
”Ἔλα ὅμως, ποὺ ἡ Ναομὶ δὲν τὶς ἤθελε καὶ προσπαθοῦσε μὲ εὐγενικὸ τρόπο νὰ
τὶς διώξῃ. «Εἶπεν δὲ ἡ Ναομὶ πρὸς τὰς δύο νύμφας αὐτῆς. Ὑπάγετε, ἐπιστρέ-
ψατε ἑκάστη εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρὸς αὐτῆς. “Ο Κύριος νὰ κάμῃ ἔλεος εἰς ἐσᾶς
καθὼς σεῖς ἐκάμετε εἰς τοὺς ἀποθανόντας, καὶ εἰς ἐμέ» (Ροὺθ α΄ 8). ᾿Αλλὰ αὐτὲς
«εἶπον πρὸς αὐτήν. Οὐχί, ἀλλὰ μετὰ σοῦ θέλομεν ἐπιστρέψει εἰς τὸν λαόν σου»
(Ροὺθ α΄ 10).
Βρὲ τί πάθαμε, σκέφτηκε ἡ Ναομί, πάει μὲ ἔφαγε ὁ Γιαχόέ, ἂν τὶς πάρω μαζί
µου τὶς ἄπιστες. Πῶς θὰ τὶς ξαποστείλω; «Καὶ εἶπεν ἡ Ναομί. ᾿Επιστρέψατε,
θυγατέρες µου' διὰ τί νὰ ἔλθητε μετ᾽ ἐμοῦ, μήπως ἔχω ἔτι υἱοὺς ἐν τῇ κοιλίᾳ
µου διὰ νὰ γείνωσιν ἄνδρες σας; ἐπιστρέψατε, θυγατέρες µου, ὑπάγετε» (Ροὺθ
α 11-12). Καὶ τότε λύγισε ἡ ᾿Ορφά, ἡ µία ἡ ἀδελφούλα. “Ὅμως ἡ Ροὺθ «ἐπρο-
σκολλήθη εἰς αὐτήν' καὶ εἶπεν ἡ Ναομί, ἰδοὺ ἡ σύννυμφός σου ἐπέστρεψε πρὸς
τὸν λαὸν αὐτῆς καὶ πρὸς τοὺς θεοὺς αὐτῆς: ἐπέστρεψον καὶ σὺ κατόπιν τῆς συν-
γύμφου σου» (Ροὺθ α΄ 15). Καὶ τότε ἡ Ρούθ, ἀφοῦ εἶδε καὶ ἀπόειδε, ἔκανε τὸ µε-
γάλο δῆμα: «διότι ὅπου ἂν σὺ ὑπάγῃς καὶ ἐγὼ θέλω ὑπάγει: καὶ ὅπου ἂν σὺ πα-
οαμείνῃς, καὶ ἐγὼ θέλω παραμείνει" ὁ λαός σου, λαός µου καὶ ὁ Θεός σου, Θε-