ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
25ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1984
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Νίτσε σήμερα — CLIVE, G.
Κείμενο φύλλου
σΕΡΟΕΕΕΚΕΥ ΟΝ"
Ὃ Νίτσε σήμερα
“Ὅταν τὸ 1889 κλονίσθηκε ἡ ὑγεία του, ὁ Νίτσε ἦταν οὐσιαστικά ἄγνωστος
σ ̓ ὅλους, ἐξαιρουμένων λίγων στενῶν φίλων του, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ
ἐκλιπὼν πρὶν ἀπ ̓ αὐτὸν Ριχάρδος Βάγκνερ καὶ ὁ ἐπιφανὴς ἱστορικὸς 1αοοῦ
ΒιτοκΠατά(. Εἶναι ἰδιαίτερα χαρακτηριστικό, ὅτι δὲν τὸν ἤξερε κανένας καθηγητὴς
τῆς φιλοσοφίας. Πραγματικά, εἶχε ἀποξενωθῆ ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ
κατεστημένου τῆς ἐποχῆς του, ἀφοῦ ἐπανειλημμένα εἶχε καταλογίσει
στὰ μέλη του προδοσία τῆς ἀποστολῆς τοὺς καί, πράγμα ἀκόμη σκληρότερο,
βαρειὰ εὐθύνη λόγω περίσσιας βλακείας καὶ σχολαστικότητας. Ἐπειδὴ
εἶχε ἀναδειχθῆ σὲ λαμπρὸ καθηγητὴ πανεπιστημίου ὁ ἴδιος προτοῦ συμπληρώση
τὰ τριάντα του χρόνια, οἱ κατηγορίες του δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ἀπορριφθοῦν
ὡς προερχόμενες ἀπὸ κάποιον ἀποτυχημένο, κι ἔτσι ἦταν ἀκόμη πιὸ
τσουχτερές. “Ολ ̓ αὐτὰ καθιστοῦν διπλᾶ ἀξιοσημείῶτο τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ὁ
Νίτσε πέθανε τὸ 1900, τὰ ἔργα του ὄχι μόνο ἦταν δημοφιλῆ, ἀλλὰ καὶ εἶχαν
κερδίσει καὶ κάποιο σεβασμὸ στὰ πανεπιστήμια --ἀλίμονο, μὲ κάποιο τίμημα.
Ὅταν ὁ Νίτσε δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μιλάη γιὰ τὸν ἑαυτό του, οἱ καθηγητές
τῆς γερμανικῆς Μέσης Εκπαιδεύσεως καὶ οἱ θαυμάσια καταρτισμένοι
μαθητές τους ἁρπάζονταν ἀπὸ τὶς ἀντιλήψεις του αὐτές, ποὺ ἐνίσχυαν τὴν ᾱπογοήτευσή
τους καὶ τὰ παράπονά τους. Περὶ τὰ τέλη τοῦ δέκατου ἔνατου
αἰῶνα ἐμφανίσθηκε ἕνα εὐρὺ κοινὸ αἴσθημα, κυρίως μεταξὺ τῶν νέων, σύμφωνα
μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ζωή τοὺς εἶχε ξεπεράσει, ἡ ὑποκρισία τῆς ἀστικῆς (βικτωριανῆς)
ἠθικῆς μὲ τὶς γελοῖες ἐπιδείξεις συστολῆς ἦταν ἀνυπόφορη καὶ χάριν
τῆς γενικῆς ἀναζωγονήσεως χρειαζόταν νὰ διανοιχθοῦν καινούργιοι ὁρίζοντες
σ ̓ ὅλους τοὺς τομεῖς.
Στὴ λογοτεχνία μπορεῖ κανεὶς νὰ συσχετίση τὸ αἴσθημα αὐτό, ἐκφραζόμενο
κάπως διαφορετικά, μὲ τὴν ἐπίκληση πρὸς τὴ «ζωή» στοὺς ΑΠιβᾷςςαᾶΟυ5
τοῦ Ηεητγ Ίαπιος καὶ τὴν ἀνατομία τῆς νάρκωσης καὶ ἀπάθειας ποὺ γίνεται
στὸ κυριώτερο ἔργο τοῦ («οπομαΓον, τὸν ΟΡΙομιον. Σαφῶς ὑπάρχουν νιτσεϊκὲς
ἰδέες στὸν τρόπο αὐτὸ τοῦ σκέπτεσθαι, ἀπορρέουσες, γιὰ τὸν κοινὸ ἀναγνώστη,
ἀπὸ τὴν ἐντυπωσιακὴ δύναμη καὶ κυριαρχία τῆς γλώσσας τοῦ Νίτσε. Ὃ
Νίτσε δὲν ὑπῆρξε στυλίστας τοῦ πνεύματος οὔτε πειστικὸς συνήγορος
ὑποθέσεων: καὶ εἶναι ἐξαιρετικὰ ἀμφίβολο ἄν ἡ οἰκειοποίησή του ἐκ μέρους
τῆς πρωτοπορίας, τῆς αναΠ{ ραγάε τῆς πρώτης δεκαετίας τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνα
ἦταν τόσο ἀπόλυτη ὅσο παρουσιάζεται.
Τὸ πρῶτο μεγάλο κῦμα τῆς δημοτικότητας τοῦ Νίτσε στηρίχθηκε χωρὶς
ἀμφιβολία στὴν ἀπέχθειά του πρὸς τὴν ἀκαδημαϊκὴ ἀνιαρότητα καὶ στὸν παραδόξως
ρομαντικό του σεβασμὸ πρὸς τὴν ρομαντικὴ κατάπτωση. Ὅθεν,
γιὰ ν ̓ ἀναφέρω ἕνα μόνο παράδειγμα, οἱ καλλιτέχνες καλοδέχτηκαν τὴν ἐκ
ἘΓΟ ΟεοΠίτεγ (νε, ἀπὸ τὸ 1962 ποὺ ἄρχισε τὴν ἀκαδημαϊκή του σταδιοδρομία ἕως σήμερα,
δίδαξε φιλοσοφία στὰ Πανεπιστήμια ΗΠατνατά, (οηπεοίἰουί, (]ατκ Ὀ πινοτς!!γ, ἸΝαςΠἰπρίοη [)π/νογςϊιν.
νΝαπάετοιί Ὀπινοιςίιν (ΗΠΑ) καὶ σααγίαπά (Δυτικὴ Γερμανία).