ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

191ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1997

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 11771 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
30 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ιερεμίας — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 11771 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 191

Κείμενο φύλλου

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ | λζ. ̓Περεμίας Θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν προπάτορά μου τὸν ἹἹερεμία, ποὺ ἦταν εἰδικὸς στοὺς θρήνους. Κλάμα μεγάλο. Κορόμηλο σκέτο. Καὶ ξέρετε, γιατί κλαίει; Γιὰ τὴν Σιωνούλα καὶ τὴν ̓[ερουσαλήμ, ποὺ χάθηκε ἡ ἔρημη: «Πῶς ἐκάθισε μόνη ἡ πόλις ἡ πεπληθυμμένη Σιών. Κατέστη ὡς χήρα ἡ πεπληθυμμένη ἐν ἔθνεσιν. .Η ἄρχουσα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἔγινεν ὑποτελής» («Θρῆνοι α 1). Εἶδες, πῶς τσούξδει, προπατορούλη... Ποῦ νὰ δῇς ἐδῶ, στὸ πριγκηπᾶτο τῆς Ρωμιοσύνης, τί τραδᾶμε. Καὶ ἄσε τώρα τὰ παραμύθια γιὰ τὰ ἀρχηγηλίκια καὶ τὰ τοιαῦτα, γιατὶ οὔτε στὸ ὄνειρό σας δὲν φανταζόσαστε τότε τέτοια μεγαλεῖα, σὰν κι αὐτὰ ποὺ θἄχατε στὸ μέλλον, ἐκτὸς δέδαια ἂν μιλᾷς «προφητικά»... Καὶ συνεχίζει ὁ προπάτορας: « ̓Ακαταπαύστως κλαίει τὴν νύκτα. Καὶ τὰ δάκρυα αὐτῆς καταρρέουσιν ἐπὶ τὰς σιαγόνας αὐτῆς. ̓Εκ πάντων τῶν ἀγαπώντων αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ὁ παρηγορῶν αὐτήν"» (Θρῆνοι», α ́ 2). Κλάμα ἡ κυρία. Καὶ ἔχει κάτι σαγόνια σὰν αὐτὰ τοῦ καρχαρία. Ποῦ νὰ μείνῃ κανεὶς νὰ τὴν θρηνήσῃ, ἀφοῦ τοὺς εἶχε φάει ὅλους; Ετσι δέδαια ἀγαπάει ἡ Σιωνούλα. «Αἱ ὁδοὶ τῆς Σιὼν πενθοῦσι, διότι οὐδεὶς ἔρχεται εἰς τὰς ἑορτάς. Πᾶσαι αἱ πύλαι αὐτῆς εἶναι ἔρημοι. Οἱ ἕεοεῖς αὐτῆς ἀναστενάζουσι, αἱ παρθένοι αὐτῆς εἶναι περίλυποι, καὶ αὐτὴ πλήρης πικρίας» («Θρῆνοι» α ́ 4). "Εχει πέσει στεναγμὸς καὶ πλανταγμὸς ἄνευ προηγουμένου. Οἱ δὲ παρθένες κλαῖνε περισσότερο ἀπ ̓ ὅλους, γιατί, ἂν δὲν ἔρθῃ κόσμος στὴν μαμὰ “Ιερουσαλήμ, τότε αὐτὲς δυστυχῶς θὰ εἶναι καταδικασμένες νὰ εἶναι γιὰ πάντα παρθένες. ἔάντε τώρα νὰ περιμένουν ἀπὸ τὸν προπάτορα νὰ καθαρίσῃ. Αὐτὸς μόνο γιὰ κλάματα εἶναι. Κλάμα καὶ οἱ παπᾶδες τοῦ Γιαχδὄέ, γιατὶ κανένας πιὰ δὲν πάει στὴν μαμάκα τὴν Σιών. Τελικὰ τόσο κλαψιάρη δες δὲν τοὺς περίμενα τοὺς ἐκλεκτούς. Καὶ φαντασθῆτε, ὅτι μόλις ἔχουμε ἀρχίσει. ἤΕτσι πάει μέχρι τὸ τέλος: «Ἢ ἀκαθαρσία αὐτῆς ἦτο εἰς τὰ κράσπεδα αὐτῆς. Δὲν ἐνεθυμήθη τὰ τέλη αὐτῆς. “Ὅθεν ἐταπεινώθη ἐξαισίως. Δὲν ὑπῆρχε ὁ παρηγορῶν αὐτήν. Ιδέ, Κύριε, τὴν θλίψιν μου, διότι ἐμεγαλύνθη ὁ ἐχθρός» («Θρῆνοι» α ́ 9). Καὶ δέδαια δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀφήσουμε ἐκτὸς ἱεροῦ κειμένου τὴν γνωστὴ πιὰ κοπρολαγνεία τοῦ ἐκλεκτοῦ τοῦ Γιαχόθέ. Χαμὸς λοιπὸν γινόταν στὴν ἱερὴ πόλη. Τὸ τί ἀκαθαρσία κυκλοφοροῦσε στοὺς δρόμους δὲν περιγράφεται. Γέμισαν καὶ τὰ πεζοδρόμια. Κάπου δέδαια εἶναι καὶ λογικό, ἀφοῦ, ὅταν εἶδε, πὼς δυνάμωσε ὁ ἐχθρός, -αὐτοὶ εἴμαστε ἐμεῖς--, τὴν πιάσαν τὴν μαμάκα τὰ ζοριλίκια, καὶ νὰ τὸ ἀποτέλεσμα: κοπροπλημμύρα. Τὸ σφίξιμο ἔφταιγε. Καὶ παρακάτω συνεχίζει: «Ο ἐχθρὸς ἐξήπλωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἐπιθυμητὰ αὐτῆς. Διότι αὐτὴ εἶδε τὰ ἔθνη εἰσερ-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →