ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

191ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1997

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 11812 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
71 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Περί "παιδικών", "παιδεραστείας" και "ερωτικών" — ΜΑΡΓΕΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 11812 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 191

Κείμενο φύλλου

Περὶ «παιδικῶν». «παιδεραστείας καὶ «ἐρωτικῶν» Ἐπειδὴ πολλοὶ χατὰ καιροὺς ἐπεχείρησαν νὰ προσθάλουν τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες καὶ δὴ ἐνίους φιλοσόφους γι ἀνηθικότητα καὶ ἀσέλγειαν, παρεξηγῶντας σχοπίμως ἢ μὴ τὶς λέξεις «παιδικά», «παιδεραστεία» καὶ «ἐρωτικά», παραθέτω παρακάτω δύο κυρίως σχόλια εἰς τὸν «Παρμενίδην» καὶ τὸ «Συμπόσιον» τοῦ Πλάτωνος, μὲ τὰ ὁποῖα ξεκαθαρίζεται πλέον ἡ παρεξήγησις καὶ παρανόησις. Τὸ πρῶτον σχόλιον ἀναφέρεται εἰς τὸν διάλογον τοῦ Πλάτωνος «Παρμενίδης», ὅπου ἡ λέξις «παιδικὰ» εἶχε κυρίως μεταφορικὴν ἔννοιαν καὶ ἀνεφέρετο εἰς ἐκείνους τοὺς μαθητές, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτων καὶ ἐσπούδαζον πλησίον διδασκάλων, καὶ δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς ἀσελγῶς ἐρωμένους ἢ τὴν ἀνηθικότητα. Ἰδοὺ τὸ ἀρχαῖον κείμενον: «Παιδικά, καὶ ἐπὶ θηλειῶν καὶ ἐπὶ ἀρρένων ἡ λέξις εὕρηται, κατὰ μεταφορὰν δὲ τὴν ἀπὸ τούτων χαὶ ἐπὶ πάντων τῶν σπουδαζομένων πάνυ: ὡς καὶ ἐν Φαίδρῳ λέγεται: - ̓Εσπούδακας, ὦ Φαῖδρε, ὅτι σου τῶν παιδικῶν ἐπελαδόμην, ἐρεσχηλῶν σε -. Ἡ δὲ λέξις ὡς ἐπὶ τῷ πολὺ ἐπὶ τῶν ἀσελγῶς ἐρωμένων». Ἂν δὲ ὑπῆρχον εἰς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ὅπως καὶ σήμερον καὶ πάντοτε εἰς κάθε χοινωνίαν ὡρισμένοι, «ἀσελγῶς ἐρώμενοι», πρέπει δηλαδὴ νὰ γενιχκεύσωμεν καὶ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ κοινωνία αὐτὴ ἦτο διεφθαρμένη; Ὄχι, δέδαια. Τὸ δεύτερον σχόλιον ἀναφέρεται εἰς τὸ «Συμπόσιον» τοῦ Πλάτωνος, ὅπου ἡ λέξις «Παιδεραστεία» ἔχει τὴν σαφῆ ἔννοιαν τοῦ νὰ ἀγαπᾷ κανεὶς τὴν παιδείαν. Ἰδοὺ τὸ σχόλιον: «Τὸ παιδεραστεῖν ἐπὶ τοῦ παιδείας ἐρᾶν ἀεὶ κεῖται παρὰ Πλάτωνι». (Βλέπε ἀνωτέρω σχόλια στὴν ἔχδοσι Ἁπάντων Πλάτωνος, Ταυομπί(η, Γαρείας 1850, σελίδες 308 και 317, Ίος τόμος). Διὰ τὸν μέγαν φιλόσοφον Σωκράτη, ὁ ὁποῖος εἶχε πάμπολλους μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀνεδείχθησαν σὲ μεγάλους φιλοσόφους, ἱστορικούς, μαθηματικούς, πολιτικούς, στρατηγοὺς κ.λπ. ὡς ὁ Πλάτων, ὁ Ξενοφῶν, ὁ Ἀλκιθιάδης, ὁ Κριτίας, ὁ Ἀντισθένης, οἱ Θηθαῖοι Σιμμίας καὶ Κέδης, ὁ Κυρηναῖος Ἀρίστιππος, ὁ Φαίδων, ὁ Εὐκλείδης ὁ Μεγαρεὺς καὶ ἄλλοι, ὁ θιογράφος του λέγει: «τῶν νέων δὲ τῶν πλείστων ἐρωτικῶς πρὸς αὐτὸν σχόντων ἐφθονήθη...», ποὺ σημαίνει, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν νέων προσήρχοντο πρὸς τὸν Σωκράτη χάριν παιδείας, δι ὃ καὶ ἐζηλοτύπησαν ἄλλοι πολλοὶ ἰδιοχτῆται σχολῶν. Ἐξ ἄλλου τὸ ρῆμα «φθονῶ» σημαίνει: αἰσθάνομαι φθόνον ἢ ζήλειαν' συνεπῶς, ἐὰν ὁ Σωκράτης ἦτο διεφθαρμένος εἰς τὴν συμπεριφοράν του πρὸς τοὺς νέους, διατί τὸν ἐζήλευον οἱ ἄλλοι (οἱ φθονοῦντες); Διὰ τὴν διαφθοράν του καὶ τὴν ἀνηθικότητά του; Ἀσφαλῶς ὄχι. (Βλέπε θιογραφίαν Σωχράτους εἰς τὸ διόλίον «Βιογράφοι» ὑπὸ Απί. ἸΜεςίδιπιαηπ, σελὶς 442, ἔκδοσις Βτιηκνίρθε 1845). Καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει διασώσει εἰς τὴν λέξιν «ἔρως» τὴν ἀρχαίαν ἔννοιαν, ὅταν χρησιμοποιοῦμε τὴν φράσιν «ἔχω ἔρωτα μὲ τὸ τάδε πρᾶγμα», π.χ. «ἔχω ἔρωτα μὲ τὸ τραγούδι», ποὺ ἀσφαλῶς δὲν σημαίνει, ὅτι συνουσιάζομαι μὲ τὸ τραγούδι, ἀλλ ̓ ὅτι ἀγαπῶ πολὺ τὸ τραγούδι. "Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὁ Σωκράτης ἐφθονήθη πολύ, διότι εἶχε πάρα πολλοὺς μαθητές, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀγάπήσει πάρα πολὺ τὴν διδασκαλίαν του καὶ οἱ ὁποῖοι ἔγιναν ἀργότερα διάσημοι. Βλέπομε λοιπὸν ἀπὸ τὰ τρία ἀποσπάσματα τῶν ἀρχαίων, ποὺ παραθέσαμεν ἀνωτέρω, ὅτι οἱ λέξεις «παιδικά», «ἐρωτικὰ» καὶ «παιδεραστεία» ἔχουν μεταφορικὴν ἔννοια καὶ σημαίνουν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν παιδείαν καὶ τὴν διδασκαλίαν. Τὸ νὰ ἀποδώσῃ κανεὶς διαφορετικὴν ἔννοιαν στὶς λέξεις αὐτές, ὅταν συναντῶνται σὲ σχετικὰ ἀρχαῖα κείμενα, ὑποδηλώνει ἄγνοιαν, ἂν δὲν εἶναι καθαρὰ κακοήθεια. Διερωτᾶται κανείς, πῶς ἦτο δυνατὸν οἱ ἀρχαῖοι μας πρόγονοι καὶ σοφοὶ διδάσκαλοι (φιλόσοφοι, νομοθέτες, ποιηταὶ κ.λπ., κιλπ.), οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν τὶς ἀρετὲς τῆς σοφίας, τῆς φρονήσεως, τῆς ἀνδρείας, τῆς σωφροσύνης, τῆς δικαιοσύνης κιλπ. καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀρετῶν τούτων καὶ τῆς αὐταρκείας των προσήγγισαν περισσότερον παντὸς ἄλλου τὸ τέλειον καὶ τὸ θεῖον, πῶς ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ ἀναόι6θάσουν σὲ ἀρετὴν τὴν ἀσέλγειαν καὶ τὴν ἀνηθικότητα, ποὺ εἶναι καθαρὲς καχίες; Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ὡραῖον, τὸ ὑψηλόν, τὸ ἀληθινὸν καὶ τὸ αἰώνιον ἀποτελοῦν τὰ χυριώτερα χαραχτηριστικὰ τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισμοῦ μας, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ φθάσουν ἄλλοι, διὰ τοῦτο μπροστὰ στὴν δόξαν ἐχείνου τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πολιτισμοῦ μας θὰ συμπορεύεται καὶ ὁ φθόνος καὶ ἡ κακοήθεια. Δημ. Κ. Μαργέτης
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →