ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

193ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 11967 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
50 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μια γεωπονική οδηγία 22.000 ετών — ΚΑΛΑΜΠΑΛΙΚΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 11967 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 193
  2. Πότε έζησε ο Ησίοδος; — ΠΡΙΑΚΟΥ, ΑΓΓΕΛΙΚΗ
    ἀρχή: σελ. 11967 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 193

Κείμενο φύλλου

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Γ. ΚΑΛΑΜΠΑΛΙΚΗΣ Μία γεωπονικὴ ὁδηγία 22.000 ἐτῶν ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ ME ΒΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΕΣ TOY ΣΕ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ Σκοπὸς τῆς παρούσης ἐργασίας εἶναι ἡ χρονολόγηση δύο ἐκ τῶν ὁδηγιῶν τοῦ Ἡσιόδου διὰ συνδυασμοῦ ἀστρονομικῶν καὶ βιολογικῶν στοιχείων, ποὺ ἐμπεριέχονται στοὺς ἀρχαίους στίχους, καὶ δι’ ἀξιολογήσεως τούτων βάσει τῶν δεδομένων τῆς μεταπτώσεως τοῦ ἄξονος τῆς Γῆς. Ἡ χρονολόγηση ἀποκαλύπτει, ὅτι ἡ μία ἐκ τῶν ὁδηγιῶν εἶναι παναρχαία, εὕρημα ποὺ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἔνδειξη, ὅτι στὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχε ἀνεπτυγμένος πολιτισμὸς σὲ ἐποχὲς ἀπίστευτα μακρυνές. Ὁ Ἡσίοδος στὸ ποίημά του «Ἔργα καὶ Ἡμέραι» γράφει: 383 «Πληιάδων Ἀτλαγενέων ἐπιτελλομενάων ἄρχεσθ’ ἀμήτοι, ἀρότοιο δὲ δυσομενάων.» [«Ὅταν ἀνατέλλουν οἱ Ἀτλαγενεῖς Πλειάδες, νὰ ἀρχίζῃς τὸν θερισμό, τὸ δὲ ὄργωμα, ὅταν δύσουν.»] Οἱ στίχοι αὐτοὶ περιέχουν δύο γεωπονικὲς ὁδηγίες. Ἡ πρώτη ὑποδεικνύει, νὰ ἀρχίζῃ ὁ θερισμός, ὅταν οἱ Πλειάδες ἀνατέλλουν· καὶ ἡ δευτέρα συνιστᾷ, νὰ ἀρχίζῃ τὸ ὄργωμα τῶν ἀγρῶν, ὅταν οἱ Πλειάδες δύσουν. Καὶ οἱ δύο ὁδηγίες, ἀντὶ νὰ καθορίζουν ἡμερολογιακῶς τὴν ἐποχὴ τῆς ἀντίστοιχης γεωργικῆς ἐργασίας, ὅπως γίνεται σήμερα, τὴν προσδιορίζουν μὲ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴν δύση τῶν Πλειάδων. Πότε ἔζησε ὁ Ἡσίοδος; Ὁ Ἡσίοδος, ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἀρχαίους Ἕλληνες ποιητές, γεννήθηκε στὴν Ἄσκρη κοντὰ στὸν Ἑλικῶνα. Ὁ πατέρας του καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἰολικὴ Κύμη τῆς M. Ἀσίας καὶ πρέπει νὰ ἦταν ἀπὸ εὐγενικὴ γενιά, γιατὶ ὁ ἴδιος τὴν ἀναφέρει ὡς «δῖον γένος», δηλαδὴ «θεϊκὴ γενιὰ» («Ἔργα καὶ Ἡμέραι» 299). Ἡ ἐπικρατοῦσα ἀντίληψη εἶναι, ὅτι ὁ Ἡσίοδος εἶναι νεώτερος τοῦ Ὁμήρου, διότι κατὰ τὴν ἐποχή του ἦταν γενικευμένη ἡ χρήση τοῦ σιδήρου, κάτι ποὺ δὲν συνέβαινε κατὰ τὴν Ὁμηρικὴ ἐποχή. Τὸ ἴδιο συνάγεται καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ κατάσταση, ποὺ ἀνήκει σὲ νεώτερη ἐποχὴ ἐκείνης στὴν ὁποία ἐντάσσονται τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ στὸν Ἡσίοδο γίνεται σὲ ποιήματα τοῦ Σιμωνίδη τοῦ Ἀμοργίνου, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸ 640 π.X. Ὁ Ἡρόδοτος θεωρεῖ τὸν Ἡσίοδο καὶ τὸν Ὅμηρο τετρακόσια ἔτη ἀρχαιότερούς του. Ἀπὸ αὐτὸ συνάγεται, ὅτι ὁ Ἡσίοδος πρέπει νὰ ἔζησε γύρω στὸ 850 π.X. Ὅμως ἡ ἐκτίμηση αὐτὴ τοῦ Ἡρο-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →