ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

194ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 12010 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
13 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το σκανδαλάκι — ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
    ἀρχή: σελ. 12010 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 194

Κείμενο φύλλου

Ο ΑΛΛΟΣ ΛΟΓΟΣ Τὸ σχανδαλάκι "Αντε νὰ χαθῆτε, ἐσεῖς οἱ συντηρητικοῦρες τοῦ «Δ αυλοῦ». ἕνα σκανδαλάκι ὁρήκατε καὶ τὸ κάνατε ̓ Ανατολικὀὸ ζήτημα! ̓Εντάξει, ρὲ παιδιά, κούνησε τὴν ἀχλαδιὰ ὁ Λὼτ μὲ τὶς κόρες του. "Ε! Καὶ λοιπὸν τί ἔγινε; Χῆρος ἄνθρωπος ἦταν (διότι στὴν παράγραφο 26 τοῦ κεφαλαίου Θ ́ τῆς «Γενέσεως» ἡ σύζυγός του εἶχε μεταδλη θῆ σὲ ἁλατιέρα), οἱ γαμπροίτου ἦταν κόπανοι μὲ λοφίο, ποὺ δὲν τὸν ἀκολούθησαν κι ἔμεινε μὲ δύο νταδραντισμένες καὶ πάνω στὰ ντουζένια τοὺς κόρες, ποὺ ἔπρεπε νὰ «δολευτοῦν». Τί νὰ κάνουν δηλαδὴ τὰ κορίτσια; Νὰ γίνουν λεσδίες; ̓Απαράδεκτο! Τί θὰ πῇ ὁ Γιαχδέ; βλέπανε λοιπὸν τὸν πατέρα τους σὰν ξερολούκουμο καὶ ἔτρεχαν τὰ σάλια τους. Ὅμως ὁ ἡὼτ ὀράχος ἠθικῆς. Δὲν καταλάδαινε τίποτε. Κι ἐκεῖ, κουδέντα στὴν κουθέντα, ἢ μεγαλύτερη κόρη, ποὺ ἀπ’ τὴν ἀγαμία ἔτρωγε σίδερα, τὴν πῆρε τὴν ἀπόφαση. Τὸ γοργὸν καὶ χάριν ἔχει, σκέφτη κε. Βλέποντας δὲ ὅτι καὶ τοῦ Λὼτ τὰ σεξουαλικὰ ψωμιὰ ἦταν λίγα, καθ ̓ ὅτι γέρων (παράγο. 31), εἶπε νὰ φτιάξῃ... κατάσταση. ̓Αλλὰ τί ἀδελφὴ θὰ ἦταν, ἂν δὲν φρόντιζε καὶ γιὰ τὴν «ἀνακούφιση» τῆς μικροτέρας, ποὺ, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἀπὸ τὴν στέοἡσὴ ἔόλεπε ὁράματα; Τώρα ποῦ διάδολο δρέθηκε τὸ κρασὶ σὲ μιὰ σπηλιά, σ ̓ ἕνα δουνό, μακρυὰ ἀπ ̓ τὴν πόλη (παράγο. 30), αὐτὸ μόνο ἕνας Γιαχθὲ τὸ ξέρει. Μὲ τὸ φλασκὶ παραμάσχαλα μπουκάρει λοιπὸν ἡ πρεσδυτέρα τῶν θυγατέρων εἰς τὸ σπήλαιον κι ἀρχίζει νὰ τὰ πίνῃ ξεροσφύρι μετὰ τοῦ πατρός της (παράγρ. 33). Καὶ «" Αντε! ἜΑσπρο πάτο, γέρο», «Κι ἂς πάῃ καὶ τὸ παλιάμπελο, γέρο», νἄσου ὁ Λὼτ γκώλ. Μόνο καρσιλαμᾷ δὲν χόρεψε ὁ ἄνθρωπος: ἴσως γιατὶ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀνακαλυφθῆ... Καὶ μόλις ὁ Λὼτ τά «παιξε» κανονικά, δουτάει ἡ πρεσδυτέρα θυγατέρα τὸν πατέρα τῆς -- καὶ ποῦ σὲ πονεῖ καὶ ποῦ σὲ σφάζει. Κόντευαν νὰ ἐξαντλήσουν τὸ «Κάμα Σούτρα» Ἢ νεωτέρα, ἥτις παρακολουθοῦσε τὴν φάση, ἔὔγαζε ἀφροὺς καὶ ὠρυόταν: «Σταμάτα πιά, μωρὴ λυσσάρα! Θὰ τὸν ἀποστραγγίσῃς καὶ τί θὰ γίνω ἐγὼ αὔριο, ποὺ εἶναι ἡ σειρά μου». φυσικὰ ὁ Λὼτ ἐκεῖνο τὸ ὁράδυ δὲν κατάλαύε τίποτα (παράγο. 33). (Ἢ μήπως κατάλαθε καὶ τοῦ ἄρεσε;). Πάντως τὴν ἑπόμενη νύχτα μπουκάρησε καὶ ἡ νεωτέρα εἰς τὸ σπήλαιο μὲ τὸ γνωστὸ φλασκὶ (παρ. 35). Στρώνεται παρὰ τῷ γέροντι καὶ δός του «μιὰ ζωὴ τὴν ἔχουμε» καὶ «ὅσα φᾶμε κι ὅσα πιοῦμε» (ὄχι, τὴν παροιμία δὲν τὴν συνέχισε ἐξ αἰδημοσύνης, διότι ἦτο κορίτσι σεθαστικό), νἄσου καὶ πάλι ὁ Λὼτ γκώλ. "Ε! Αὐτὸ ἦταν. "Εδγαλε τὸ κορίτσι τ ̓ ἀπωθημένα του. ̓Εκείνη τὴν νύχτα εἶδε ὁ Λὼτ τὸν Γιαχθὲ φαντάρο. Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἰδία παράγραφος, ὁ ἀγαθὸς πατὴρ οὐδὲν ἐννόησε. Ξύπνησε μόνο λίγο κουρασμένος καὶ ἐπειδὴ ἦταν ἄνθρωπος μὲ μοντέρνες παιδαγωγικὲς ἀπόψεις καὶ διακριτικός, δὲν ρώτησε ποτὲ τὶς κόρες του, πῶς στὸ καλὸ ἔμειναν ἔγκυες, ἀφοῦ ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν δὲν ὑπῆρχεν ἐκτὸς αὐτοῦ ἄλλη ἁρσενικὴ ψυχὴ ζῶσα. Πάντως, ρὲ παιδιά, δὲν μοῦ τὸ δγάζετε ἀπ’ τὸ μυαλό, ὅτι ὁ Λὼτ δὲν πρέπει νὰ ἦταν καὶ τόσο μεθυσμένος. ̓Απλῶς τὸν δόλευε κι αὐτὸν ἡ κατάσταση. Γιῶργος Πετρόπουλος
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →