ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

194ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 12023 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
26 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τα Μεγάλα Διονύσια — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 12023 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 194

Κείμενο φύλλου

Τὰ Μεγάλα Διονύσια ̓Επιστρέφω στὸ σπίτι, ἀνοίγω τὴν πόρτα καὶ μένω ἄναυδος. "Ἔνας θεὸς μὲ τεράστιο φωτοστέφανο ἀπὸ κίτρινο χαρτὶ καὶ γαλάζια γένεια κι ἕνας διάδολος κυττοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο μὲ τὴν πλάτη γυρισμένη πρὸς ἐμένα. Μόλις ἀντιλαμδάνονται τὴν παρουσία μου, γυρίζουν καὶ οἱ δύο ἀπότομα καὶ μὲ ἕνα χαριτωμένο «τσά!» μοῦ ἀποκαλύπτονται. Ὃ ἀνηψιός μου κι ὃ καλύτερός του φίλος, μεταμφιεσμένοι, εἶχαν ἔρθει νὰ μὲ ἐπισκεφθοῦν. - Τί μασκαραλίκια εἶναι αὐτά, οὲ παιδιά, ἐρώτησα. - Ακριθῶς αὐτό, θεῖε. ̓Απόκριες ἔχουμε καὶ ἤρθαμε ντυμένοι νὰ σοῦ χάνουμε ἔκπληξη, εἶπε ὁ Ηρακλῆς. -- -μήπως διάζεσαι λιγάκι; Τὸ Τριῴδιο ἀνοίγει αὔριο, εἶπα ἐγώ. - Ποιό Τοιῴδιο; Τὸ διδλιαράκι ποὺ μᾶς θρίζει κι ἐμεῖς σταυροκοπούμεθα; ἐρώτησε ἐκεῖνος, ὁ θεός. - Ναί, αὐτό. - [Ε, καὶ λοιπόν; Σιγὰ μὴν τὸ τηρήσουμε, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ μᾶς περνᾷ γενεὲς δεκατέσσερις. ̓Εμεῖς γιορτάζουμε ἑλληνικὰ ἢ μᾶλλον.«διονυσιακά», ὅπως λὲς κι ἐσύ. Δὲ νομίζω, ὅτι ἐνοχλοῦμε κανέναν, παρατήρησε ὁ φίλος τοῦ ἀνηφψιοῦ μου, ὁ διάδολος. Δὲν εἶχα, τί νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Μοῦ ἄρεσε πάντως ἡ τοποθέτησή του. Τώρα θέδαια τί σχέση εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἕνας θεὸς κι ἕνας διάόολος μὲ τὸ ὁιονυσιακὸ πνεῦμα, τρέχα γύρευε. Μοῦ κατέδηκε πάντως μία ἰδέα. - Λάκη, ρώτησα τὸν νεαρὸ διάδολο, πῶς εἶναι τὸ πραγματικό σου ὄνομα; -- ̓Αχιλλέας, μοῦ ἀπήντησε ὑπερήφανα. - Αφοῦ λοιπὸν ὀνομάζεστε ̓Αχιλλέας καὶ ̓Ηρωκλῆς, γιατί δὲν προτιμήσατε νὰ γιορτάσετε πιὸ «ἑλληνικὰ» ὑποδυόμενοι τοὺς ἀντιστοίχους ἥρωες τῆς ἀρχαιότητος; - Διότι, θεῖε μου, ἂν ἐγὼ κυκλοφοροῦσα μὲ λεοντῆ κι ὁ Μάκης μὲ πανοπλία, θὰ γινόμασταν πραγματικὰ ἀρχαῖοι ἀπὸ τὸ κρύο, ἀπήντησε μισογελῶντας ὁ ̓Ηρακλῆς. ταν πειστικὸ τὸ ἐπιχείρημα; Συνεχίσαμε τὴν κουδέντα μας πίνοντας καφέ. Τὰ παιδιὰ διὰ τῆς μεθόὁουν τοῦ «πὲς-πὲς τὸ κοπέλι» μοῦ ζητοῦσαν νὰ τὰ συνοδεύσω στὸ μεγάλο γλέντι τῆς τελευταίας ̓Αποκριᾶς. ̓Επέμεναν ἐπὶ πλέον νὰ ντυθῶ Ρωμαῖος συγκλητικὸς χάριν ὀνόματος. Τελικὰ κατάφεραν νὰ ἀποσπάσουν τὴ δέσμευσή μου μόνο γιὰ τὴν πρώτη τους ἐπιθυμία. Ξημέρωσε ἡ μεγάλη μέρα, ἐγένετο ἑσπέρα καὶ νἄμαστε στὴν Πλάκα. ̓Αφοῦ σταθμεύσαμε τὸ αὐτοκίνητο μετὰ ἀπὸ ἡρωικὲς προσπάθειες, χα-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →