ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
194ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Τα Μεγάλα Διονύσια — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Τὰ Μεγάλα Διονύσια
᾿Επιστρέφω στὸ σπίτι, ἀνοίγω τὴν πόρτα καὶ μένω ἄναυδος. "Ἔνας θεὸς
μὲ τεράστιο φωτοστέφανο ἀπὸ κίτρινο χαρτὶ καὶ γαλάζια γένεια κι ἕνας
διάδολος κυττοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο μὲ τὴν πλάτη γυρισμένη πρὸς
ἐμένα. Μόλις ἀντιλαμδάνονται τὴν παρουσία μου, γυρίζουν καὶ οἱ δύο
ἀπότομα καὶ μὲ ἕνα χαριτωμένο «τσά!» μοῦ ἀποκαλύπτονται. Ὃ ἀνηψιός
µου κι ὃ καλύτερός του φίλος, μεταμφιεσμένοι, εἶχαν ἔρθει νὰ μὲ ἐπισκε-
φθοῦν.
- Τί μασκαραλίκια εἶναι αὐτά, οὲ παιδιά, ἐρώτησα.
- Ακριθῶς αὐτό, θεῖε. ᾿Απόκριες ἔχουμε καὶ ἤρθαμε ντυμένοι νὰ σοῦ
χάνουμε ἔκπληξη, εἶπε ὁ Ηρακλῆς.
-- - μήπως διάζεσαι λιγάκι; Τὸ Τριῴδιο ἀνοίγει αὔριο, εἶπα ἐγώ.
- Ποιό Τοιῴδιο; Τὸ διδλιαράκι ποὺ μᾶς θρίζει κι ἐμεῖς σταυροκοπού-
μεθα; ἐρώτησε ἐκεῖνος, ὁ θεός.
- Ναί, αὐτό.
- [Ε, καὶ λοιπόν; Σιγὰ μὴν τὸ τηρήσουµε, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ μᾶς
περνᾷ γενεὲς δεκατέσσερις. ᾿Εμεῖς γιορτάζουμε ἑλληνικὰ ἢ μᾶλλον.«διο-
νυσιακά», ὅπως λὲς κι ἐσύ. Δὲ νομίζω, ὅτι ἐνοχλοῦμε κανέναν, παρατήρησε
ὁ φίλος τοῦ ἀνηφψιοῦ µου, ὁ διάδολος.
Δὲν εἶχα, τί νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Μοῦ ἄρεσε πάντως ἡ τοποθέτησή του.
Τώρα θέδαια τί σχέση εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἕνας θεὸς κι ἕνας διάόολος
μὲ τὸ ὁιονυσιακὸ πνεῦμα, τρέχα γύρευε. Μοῦ κατέδηκε πάντως µία ἰδέα.
- Λάκη, ρώτησα τὸν νεαρὸ διάδολο, πῶς εἶναι τὸ πραγµατικό σου ὄνο-
μα;
--᾿Αχιλλέας, μοῦ ἀπήντησε ὑπερήφανα.
- Αφοῦ λοιπὸν ὀνομάζεστε ᾿Αχιλλέας καὶ ᾿Ηρωκλῆς, γιατί δὲν προτι-
μήσατε νὰ γιορτάσετε πιὸ «ἑλληνικὰ» ὑποδυόμενοι τοὺς ἀντιστοίχους
ἥρωες τῆς ἀρχαιότητος;
- Διότι, θεῖε μου, ἂν ἐγὼ κυκλοφοροῦσα μὲ λεοντῆ κι ὁ Μάκης μὲ πανο-
πλία, θὰ γινόμασταν πραγματικὰ ἀρχαῖοι ἀπὸ τὸ κρύο, ἀπήντησε μισο-
γελῶντας ὁ ᾿Ηρακλῆς. ταν πειστικὸ τὸ ἐπιχείρημα;
Συνεχίσαμε τὴν κουδέντα μας πίνοντας καφέ. Τὰ παιδιὰ διὰ τῆς μεθό-
ὁουν τοῦ «πὲς-πὲς τὸ κοπέλι» μοῦ ζητοῦσαν νὰ τὰ συνοδεύσω στὸ μεγάλο
γλέντι τῆς τελευταίας ᾿Αποκριᾶς. ᾿Επέμεναν ἐπὶ πλέον νὰ ντυθῶ Ρωμαῖος
συγκλητικὸς χάριν ὀνόματος. Τελικὰ κατάφεραν νὰ ἀποσπάσουν τὴ δέ-
σμευσή μου μόνο γιὰ τὴν πρώτη τους ἐπιθυμία.
Ξημέρωσε ἡ μεγάλη μέρα, ἐγένετο ἑσπέρα καὶ νἄμαστε στὴν Πλάκα.
᾿Αφοῦ σταθμεύσαμε τὸ αὐτοκίνητο μετὰ ἀπὸ ἡρωικὲς προσπάθειες, χα-