ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

194ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 12043 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
46 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Δειγματολόγιο πορνό από την Παλαιά Διαθήκη — ΜΠΕΞΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
    ἀρχή: σελ. 12043 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 194

Κείμενο φύλλου

ΕΥΑΙΓΓΕΛΟΣ ΜΠΕΞΗΣ Δειγματολόγιο πορνογραφίας καὶ διαστροφῶν (ΕΠΙΛΟΓΗ ΩΡΙΣΜΕΝΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΗΣ Π. ΔΙΑΘΗΚΗΣ) «Σάρρα δὲ γυνὴ Αραμ οὐκ ἔτικτεν αὐτῷ. ἦν δὲ αὐτῇ παιδίσκη Αἰγυπτία, ἡ ὄνομα Αγαο. εἶπε δὲ Σάρρα πρὸς” Αόραμ' ἰδοὺ συνέκλεισέμε Κύριος τοῦ μὴ τίχτειν' εἴσελθε οὖν πρὸς τὴν παιδίσκην μου, ἵνα τεκνοποιήσωμαι ἐξ αὐτῆς. Υπήχουσε δὲ " ̓Αόραμ τῆς φωνῆς Σάρρας...καὶ εἰσῆλθε πρὸς ”Αγαρ καὶ συνέλαδε» («Παλαιὰ Διαθήκη», Γένεσις ΙΣΤ 1-4). Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα τοῦ ἱεροῦ «μας» 6ιθλἰου τῆς «Παλαιᾶς Διαθήκης», ποὺ μποροῦν νὰ χαρκατηρισθοῦν ἀπὸ ἄσεμνα ἕως πορνογραφικὰ ἡ καὶ διάστροφα. Θὰ παραθέσουμε πολλὰ ἀκόμα παρόμοια κατωτέρω, ποὺ θὰ ἀποδεικνύουν τὸ ἀληθὲς τοῦ τίτλου τοῦ ἄρθρου. Στὸ ἀνωτέρω ἀπόσπασμα τὰ πράγματα εἶναι πολὺ καθαρά. Ἢ Σάρρα, ἡ γυναῖκα τοῦ ̓Αθραάμ, αὐτὴ ποὺ εὔχονται σὲ κάθε νύφη νὰ τῆς μοιάσῃ, «πασσάρει» στὸν σὐζυγό της τὴν δούλην της Αγαρ. «διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν» [γιὰ νὰ ἔλθῃ σὲ σεξουαλικὴ ἐπαφὴ μαζύ της]. Καὶ δέδαια ὁ ̓Αόραὰμ τὸ ἔκανε. Στὸ [Θ ́ κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅταν δύο «ἄγγελοι» ζητοῦν Φιλοξενία ἀπὸ τὸν Λώτ, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Λὼτ μαζεύονται οἱ κάτοικοι τῶν Σοδόμων καὶ ζητοῦν τοὺς «ἄγγελους», γιὰ νὰ ἔλθουν σὲ σεξουαλική ἐπαφὴ μαζύ τους. «Πρὸ τοῦ κοιμηθῆναι δὲ οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως, οἱ Σοδομῖται (πρθλ. «σοδομισμός»), περιεχύχλωσαν τὴν οἰκίαν ἀπὸ νεανίσκου ἕως πρεσόυτέρου, ἅπας ὃ λαὸς ἅμα, καὶ ἐξεκαλοῦντο τὸν Λὼτ καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτόν' ποῦ εἰσὶν οἱ ἄνδρες οἱ εἰσελθόντες πρός σε τὴν νύκτα; ̓Εξάγαγε αὐτοὺς πρὸς ἡμᾶς, ἵνα συγγινώμεθα αὐτοῖς». (Γένεσις [Θ ́ 4-5). Καὶ τότε ὁ Λὼτ ἔδωσε τὶς κόρες του στὸ μανιασμένο πλῆθος, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ τὶς διάσουν, ἀλλὰ «γιὰ νὰ τὶς κάνουν ὅ,τι ἤθελαν», τονίζοντας ὅτι δὲν εἶχαν πάει ποτὲ μὲ ἄνδρες: «ἐξῆλθε δὲ Λὼτ πρὸς αὐτούς, πρὸς τὸ πρόθυρον, τὴν δὲ θύραν προσέῳξεν ὀπίσω αὐτοῦ: εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς: μηδαμῶς, ἀδελφοί, μὴ πονηρεύσησθε. εἰσὶ δέμοι δύο θυγατέρες, αἵ οὐκ ἔγνωσαν ἄνδρα: ἐξάξω αὐτὰς πρὸς ὑμᾶς, καὶ χρᾶσθε αὐταῖς, καθὰ ἂν ἀρέσκῃ ὑμῖν» (Γεν. 1Θ ́ 6-8). ̓Αλλὰ ὁ Λὼτ προχωρεῖ σὲ ἄλλη περίπτωση περισσότερο. ̓Αφοῦ καταστράφηχαν τὰ Σόδομα χαὶ τὰ Γόμορρα, οἱ κόρες του περίλυπες, γιατὶ εἶχαν χαθῆ τόσοι ἄνδρες, ἀπεφάσισαν: «δεῦρο καὶ ποτίσωμεν τὸν πατέρα ἡμῶν οἶνον καὶ κοιμηθῶμεν μετ ̓ αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσωμεν ἐκ τοῦ πατρὸς ἡμῶν σπέρμα. ̓ Επότισαν δὲ τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ εἰσελθοῦσα ἡ πρεσόυτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς...» (Γέν. 1Θ’ 32-33). Καὶ στὴ συνέχεια ἡ νεωτέρα ἐπαναλαμθάνει τὴν πρᾶξιν: «ἐπότισαν δὲ καὶ ἐν τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ τὸν πατέρα αὐτῶν οἶνον καὶ εἰσελθοῦσα ἡ νεωτέρα ἐκοιμήθη μετὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς...». (Γέν. 18/35).
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →