ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
196ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το μετέωρο βήμα του χιμπαντζή — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
XPONIKA
Τὸ μετέωρο βῆμα τοῦ χιμπαντζῆ
Πλατεῖα Κλαυθμῶνος. Μεσημέρι. Ἡ ἐπιχείρηση «Λεωφορεῖο ὁ πόθος»
γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι ξεκινᾷ. Οἱ συμπολίτες μας, κι ἐγὼ ἀνάμεσά
τους, ἀναμένουμε καρτερικὰ τὸ πολυπόθητο γαλανόλευκο ὄχημα, ποὺ θὰ
μᾶς μεταφέρῃ ἀγεληδὸν στοὺς προορισμούς μας. Δίπλα μου στὴ στάση
ξαποσταίνουν περιμένοντας πέντε - ἕξι συνταξιοῦχοι προερχόμενοι ἀπὸ
τὴν πορεία ποὺ διαλύθηκε λίγο πρίν, ἕνας μεσόκοπος ποὺ βρίζει σὰν μαουνιέρης
τοὺς ταξιτζῆδες, ποὺ δὲν τὸν ἐπιβιβάζουν στὰ αὐτοκίνητά τους,
κι ἕνας πωλητὴς καντηλιῶν, λιβανιῶν, κομποσχοινιῶν καὶ ἄλλων συναφῶν
εἰδῶν. Πίσω μου τρεῖς νεαροὶ μαθητὲς πειράζονται μεταξύ τους.
- Ἄντε παράτα μας, ρὲ Κριναετέ..., εἶπε ὁ πρῶτος.
- Ποιόν λὲς Κριναετό, ρὲ Ροδόσταυρε; ἀπόρησε ὁ δεύτερος.
- Δὲ σταματᾶτε, καὶ οἱ δύο; Παλιομασῶνοι! ἀκούστηκε νὰ λέῃ ὁ τρίτος.
Θεωροῦσα πάντα τὸν ἑαυτό μου χιουμορίστα ἀλλὰ καὶ γνώστη τῆς ἑλληνοβαρβαρικῆς.
Τώρα ὅμως τὸν ἔπιανα ἀδιάβαστο. Εἶχαν κυκλοφορήσει
στὴν πιάτσα καινούργια σκώμματα καὶ δὲν τὸ εἶχα πάρει εἴδηση; Στρέφοντας
ὡστόσο τὸ κεφάλι μου πρὸς τὸ μέρος τους παρετήρησα, ὅτι μισογελοῦσαν
βλέποντας κάτι ποὺ ἐγὼ ἀπὸ τὸ σημεῖο ποὺ βρισκόμουν ἦταν δύσκολο
νὰ δῶ. Σηκώθηκα καὶ πλησιάζοντας διακριτικὰ πρὸς τὸ μέρος τους
ἀνεκάλυψα τὴν «πέτρα τοῦ σκανδάλου». Ἦταν μία ἀφίσσα κολλημένη
στὸ ἐξωτερικὸ τοίχωμα τοῦ περιπτέρου τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀστικῶν Συγκοινωνιῶν,
ποὺ παρουσίαζε ἕναν χαριτόβρυτο χιμπαντζῆ νὰ χαιρετᾷ
ὑψώνοντας τὴν πατοῦσα του καὶ ὑποκάτω του μὲ μεγάλους κόκκινους χαρακτῆρες
τὴ φράση «Ἔτσι σὲ θέλουμε». Κάτω ἀπὸ τὴ φράση αὐτὴ οἱ
ἐμπνευστὲς τῆς ἀφίσσας εἶχαν θέσει ὡς δῆθεν ὑπογράφοντες τὶς ἐπωνυμίες
διαφόρων σωματείων, ὀργανώσεων, ἑταιρειῶν καὶ κινημάτων ἀποκρυφιστικοῦ
χαρακτήρα.
Διάβασα: «Νέα Ἀκρόπολη», «Ροδόσταυροι», «Μασῶνοι», «Ἀλεξίου»,
«Ρόταρυ», καί... «Δαυλός»... Τί; Πῶς;... «Δαυλός»;... Κοκκάλωσα σὰν κατεψυγμένη
συναγρίδα. Νόμισα πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶχα παραισθήσεις κι
ἔβλεπα ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Κι ὅμως βρισκόμουν σὲ ἀπόλυτη διαύγεια. Κι ὁ
«Δαυλὸς» ἐκεῖ, στὴ θέση του, νὰ φιγουράρῃ μὲ τοὺς ἄλλους πιθηκοποιοὺς
«συναδέλφους» κάτω ἀπὸ τὸ χαμόγελο τοῦ χιμπαντζῆ. Πλησίασα ἀμέσως
τὸ παράθυρο τοῦ περιπτέρου καὶ ἀπευθύνθηκα στὸν ὑπάλληλο, ποὺ εἶχε
βάρδια ἐκείνη τὴν ὥρα.
- Ποιός τὸ κόλλησε αὐτὸ ἐδῶ;
- Ποιό; ...Ἄ! Ἕνα παιδὶ πέρασε τὸ πρωὶ καὶ κόλλησε κι ἄλλα ἐδῶ γύρω,
ἀπήντησε ἐκεῖνος.