ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
197ΜΑΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η απάτη — ΝΕΜΕΣΙΣ
Κείμενο φύλλου
ΕΘΝΙΚΑ
Ἡ ἀπάτη
Ἡ συνείδηση τῆς ἀπάτης. Τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ὁλοκλήρωσης καὶ
ταυτόχρονα ἡ ἀρχὴ ἢ τὸ τέλος. Ἀντιστάσεις καὶ νεῦρα δοκιμάζονται, ὅταν
ἔρθῃ ἡ ἀληθινὰ σκληρὴ στιγμὴ τῆς συνειδητοποίησης. Εἶναι τότε, ποὺ σὲ
λίγες μόνο στιγμὲς ἀναδεικνύεται ἀπὸ τὸ ψέμα ἢ βυθίζεται γιὰ πάντα μέσα
σ’ αὐτὸ ἡ προσωπικότητα, οἱ φιλοδοξίες, τὰ ὄνειρα, ὁλόκληρη ἡ ζωὴ
τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔφθασαν – ἀπὸ ποιές ἀτραποὺς ἢ λεωφόρους
δὲν ἔχει σημασία – μπροστὰ στὸν τοῖχο. Μπροστὰ στὸν τοῖχο, ποὺ
ἔπρεπε νὰ περάσῃ, νὰ συντρίψῃ ἢ τέλος μὴ μπορῶντας νὰ συλλάβῃ τὴν
ἰδέα τῆς ὕπαρξής του, τὴν ἰδέα τῆς ἀπάτης, νὰ συνθηκολογήσῃ καὶ νὰ
σταματήσῃ ἐμπρός του. Γιατὶ ὁ τοῖχος αὐτὸς συμβολίζει τὴν ἀπάτη, τὴν
ἀντίσταση στὴν πορεία τῆς προσωπικῆς συνειδητοποίησης τοῦ καθενὸς
ἀπὸ ἐμᾶς, ποὺ κάποια στιγμὴ ἔφθασε μπροστά της. Νὰ περάσῃς ἀπὸ πάνω,
δηλοῖ ἀναισθησία καὶ ἀπάθεια, ποὺ στὸ ταξίδι ποὺ ἔκανες τυχαῖα συνάντησες
μπροστά σου τὴν ἀπάτη, τὴν πέρασες καὶ συνέχισες, ὅπως τὸ
ἴδιο θὰ κάνῃς, ὅσες παρόμοιες ἀπάτες κι ἂν βρῇς στὸν δρόμο σου. Δὲν σὲ
ἐνδιαφέρει ἡ ὕπαρξή της παρά μόνο σὰν ἐμπόδιο, ποὺ μὲ τὸν ἐλάχιστο κόπο,
ἂν μπορῇς, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃς τὰ συστατικά της στοιχεῖα, θὰ πρέπει
νὰ ξεπεράσῃς. Ἄλλος ὁ σκοπὸς τοῦ ταξιδιοῦ, ἄλλος ὁ σκοπὸς τῆς δῆθεν
ἀναζήτησης.
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἄλλη περίπτωση: Αὐτὸς ποὺ σταμάτησε μπροστὰ
στὸ ἐμπόδιο. Γι’ αὐτὸν ἡ ὕπαρξις τοῦ τοίχου ἦταν μία ἔκπληξις. Δὲν περίμενε
ποτέ, ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ὑπάρξει. Ὅλη του ἡ ὕπαρξις βασιζόταν
στὴν ἀνυπαρξία του, ἀφοῦ ἄλλα ἐμπόδια, ποὺ εἶχε μόνος του ὁρίσει
καὶ ταυτόχρονα ἑρμηνεύσει, φάνταζαν προσπελάσιμα καὶ ταυτόχρονα
μέσα ἀπὸ τὸν δῆθεν ἀγῶνα του τοῦ ἐξασφάλιζαν τὸ αἴσιο τέλος τῆς
δῆθεν πορείας καὶ ἀναζήτησής του. Ὅμως ἔσφαλλε καὶ μπροστὰ στὸν
ὄγκο τῆς ἀπάτης, ποὺ δὲν ἦταν οἱ μικροαπάτες ποὺ μόνος του εἶχε ὁρίσει
ἀλλὰ οὐσιαστικὰ ἡ ἀπάτη τῆς ἕως τότε ὕπαρξής του, λύγισε καὶ ἔμεινε
στάσιμος ἐκεῖ, ἀπορημένος καὶ ταυτόχρονα ἀπογοητευμένος. Τώρα ἤξερε,
ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτρέψῃ στὸν ἑαυτό του νὰ ἡττηθῇ.
Γιατὶ τὴν ἀπάτη ἄλλων τὴν ἑρμήνευσε ὡς δική του ἧττα, ὡς δική του ἀπάτη,
γιατὶ εἶχε τόσο στενὰ συνδέσει τὸ εἶναι του μὲ τὰ ξένα εἶναι, μὲ τὶς ξένες
ἀλάνθαστες ὑπάρξεις. Τοὺς δικούς του θεούς, ποὺ ἀντιπροσώπευαν πάντα
τὸν ἕναν καὶ μοναδικό. Τὸ ἀλάθητο ἕνα. Τὴν μόνη ἀπάτη. Καὶ
γυρνῶντας τὰ νῶτα στὸν τοῖχο ἀκολούθησε καὶ πάλι τὰ σοκκάκια ἢ τὶς λεωφόρους
προσπαθῶντας νὰ ξεχάσῃ, ὅσο πιὸ γρήγορα, τὴν ὕπαρξη τοῦ
ἐμποδίου, τὴν συνειδητοποίηση τῆς ἀπάτης.