ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

200-201ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 12527 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
50 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Διονύσου πλούς — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 12527 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 200

Κείμενο φύλλου

XPONIKA Διονύσου πλοῦς – Περάστε, κυρίες καὶ κύριοι. Ἐλᾶτε γιὰ μιὰ βόλτα μὲ τὸ ἁμαξάκι. Ἡ φωνὴ τοῦ ὑπερεξηκονταετοῦς ἁμαξᾶ ἀκουγόταν διαυγὴς καὶ ἰσχυρὴ ἀπὸ μακρυά, καθὼς ἐμεῖς προσδέναμε τὸ κόττερο στὴν ἀποβάθρα. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ «Διόνυσος» – σπουδαῖο πλεούμενο. Τὸ εἴχαμε μισθώσει «ρεφενὲ» μιὰ παρέα τριῶν ζευγαριῶν γιὰ ἕνα ὀλιγοήμερο φωτογραφικὸ ταξίδι στὸ Αἰγαῖο. Πρῶτος μας σταθμὸς ἡ Αἴγινα, ὅπου καὶ μόλις εἴχαμε φθάσει. Περπατώντας λίγο ἀργότερα στὸν παραλιακὸ δρόμο πλησιάσαμε τὸ περιβόητο ἁμαξάκι, πρῶτο στὴ σειρά μπροστὰ ἀπὸ μερικὰ ἄλλα, μ’ ἕνα ψωραλέο ἵππο ζεμένο, πάνω στὴ ράχη τοῦ ὁποίου οἱ μυῖγες ἔκαναν συμπόσιο. Πλησίασα τὸν ἁμαξᾶ μὲ πειρακτικὴ διάθεση. – Πολὺ συμπαθητικὸ τὸ ἄτι σας. Πῶς τὸ λένε; τὸν ρώτησα. – Βουκεφάλα, ἀπήντησε ἐκεῖνος ὑπερήφανα. Ἄντε τώρα νὰ καταλάβῃς ποιός κορόιδευε ποιόν. Οἱ ἄλλοι μισογελοῦσαν. Ἐγὼ σκεπτόμουν ὅτι στὴν ἄγρια ἀμερικανικὴ δύση κάτι τέτοια ἄλογα κατέληγαν στὴν χύτρα γιὰ ψαρόκολλα. Ἐὰν δὲ καὶ ὁ θρυλικὸς Βουκεφάλας ἦταν σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὁ Ἀλέξανδρος θὰ προτιμοῦσε νὰ μεταβῇ στὴν Ἀσία πεζός. Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Ὁ καθένας διαφημίζει αὐτὸ ποὺ διαθέτει, δυσφημίζοντας ἐνίοτε καὶ τὸν τουρισμό. Οἱ ἀρχαιότητες τοῦ νησιοῦ δὲν προσέφεραν καὶ πολὺ «τροφή» γιὰ τοὺς φωτογραφικοὺς φακούς μας. Ἀπὸ τὸν πάλαι ποτὲ περικαλλῆ ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος μιὰ κολώνα ἔμεινε ὅλη κι ὅλη μὲ πλῆθος ἐρειπίων ἀτάκτως ἐρριμμένων γύρω της. Τὸ παρακείμενο μουσεῖο σχεδὸν ἄδειο ἀπὸ ἐπισκέπτες, καὶ τὰ ἐκθέματα σιωπηλὰ ἀλλὰ γεμάτα μεγαλεῖο καὶ ἀρχαιολογικὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα οἱ λιγοστοὶ ἀλλοδαποὶ ἐνδιαφερόμενοι ἔβλεπαν μὲ δέος, προσπαθώντας νὰ τὰ ἑρμηνεύσουν. Ὅσο γιὰ τοὺς Ρωμιούς μας, αὐτοὶ συνέρρεαν «μπουλουκηδὸν» στὴ Μονή, λίγα χιλιόμετρα παραπέρα. Ἀποπλεύσαμε νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, καθὼς ὁ ἑπόμενος προορισμός μας, ἡ Σίφνος, ἔπεφτε λίγο μακρυὰ ὁμολογουμένως. Τὸ ὁλονύκτιο ταξίδι μᾶς προβλημάτιζε, ἀλλὰ καὶ μᾶς γοήτευε. Ὁ καπετάνιος μας πάντως γνώριζε καλὰ τὴ δουλειά του. Ἔτσι φθάσαμε κατὰ τὸ ξημέρωμα τῆς ἑπομένης καὶ «πιάσαμε» στὸ Φάρο. Περάσαμε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας στὸ Κάστρο, ὅπου μὲ γοητεία ἀλλὰ καὶ πικρία παρατηρούσαμε τὰ προϊστορικὰ καὶ μυκηναϊκὰ ὑπολείμματα κτισμάτων παρατημένα στὸ ἔλεος τοῦ πανδαμάτορος χρόνου. Ἀλλὰ καὶ στὸν Πλατὺ Γιαλὸ ὁ ὀνομαστὸς ἀρχαῖος τύμβος δὲν εἶχε καλύτερη τύχη. Χωρὶς νὰ παραθεωροῦμε τὸν ἥλιο καὶ τὴν θάλασσα τῶν νησιῶν μας, τὴν ὁποία τιμήσαμε δεόντως, ἀπολαμβάνοντας ταυτόχρονα τὴ δροσιὰ – ἀλλὰ καὶ τὰ ψάρια της –, συλλογιζόμασταν περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ. Μετὰ τὴ διασκέδαση ἐρχόταν στὸ μυαλό μας ὁ προβληματισμός. Τὰ νησιά μας, γνωστὰ ἕως τὰ πέρατα τοῦ κόσμου γιὰ τὰ μαγευτικά τους θέλγητρα, εἶχαν στερεύσει πολιτιστικά; Μόνο «μπάνιο», «οὖζο», «τζατζίκι», «καραβίδες στὰ κάρβουνα», «μουσακᾶ» καὶ «συρτάκι» εἶχαν πλέον νὰ παρουσιάσουν;
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →