ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
200-201ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Διονύσου πλούς — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
XPONIKA
Διονύσου πλοῦς
– Περάστε, κυρίες καὶ κύριοι. Ἐλᾶτε γιὰ μιὰ βόλτα μὲ τὸ ἁμαξάκι.
Ἡ φωνὴ τοῦ ὑπερεξηκονταετοῦς ἁμαξᾶ ἀκουγόταν διαυγὴς καὶ ἰσχυρὴ ἀπὸ
μακρυά, καθὼς ἐμεῖς προσδέναμε τὸ κόττερο στὴν ἀποβάθρα. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ
«Διόνυσος» – σπουδαῖο πλεούμενο. Τὸ εἴχαμε μισθώσει «ρεφενὲ» μιὰ παρέα
τριῶν ζευγαριῶν γιὰ ἕνα ὀλιγοήμερο φωτογραφικὸ ταξίδι στὸ Αἰγαῖο.
Πρῶτος μας σταθμὸς ἡ Αἴγινα, ὅπου καὶ μόλις εἴχαμε φθάσει. Περπατώντας
λίγο ἀργότερα στὸν παραλιακὸ δρόμο πλησιάσαμε τὸ περιβόητο ἁμαξάκι,
πρῶτο στὴ σειρά μπροστὰ ἀπὸ μερικὰ ἄλλα, μ’ ἕνα ψωραλέο ἵππο ζεμένο, πά-
νω στὴ ράχη τοῦ ὁποίου οἱ μυῖγες ἔκαναν συμπόσιο. Πλησίασα τὸν ἁμαξᾶ μὲ
πειρακτικὴ διάθεση.
– Πολὺ συμπαθητικὸ τὸ ἄτι σας. Πῶς τὸ λένε; τὸν ρώτησα.
– Βουκεφάλα, ἀπήντησε ἐκεῖνος ὑπερήφανα. Ἄντε τώρα νὰ καταλάβῃς ποι-
ός κορόιδευε ποιόν. Οἱ ἄλλοι μισογελοῦσαν. Ἐγὼ σκεπτόμουν ὅτι στὴν ἄγρια
ἀμερικανικὴ δύση κάτι τέτοια ἄλογα κατέληγαν στὴν χύτρα γιὰ ψαρόκολλα.
Ἐὰν δὲ καὶ ὁ θρυλικὸς Βουκεφάλας ἦταν σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, ὁ Ἀλέ-
ξανδρος θὰ προτιμοῦσε νὰ μεταβῇ στὴν Ἀσία πεζός. Τί νὰ κάνουμε ὅμως; Ὁ
καθένας διαφημίζει αὐτὸ ποὺ διαθέτει, δυσφημίζοντας ἐνίοτε καὶ τὸν τουρι-
σμό.
Οἱ ἀρχαιότητες τοῦ νησιοῦ δὲν προσέφεραν καὶ πολὺ «τροφή» γιὰ τοὺς φω-
τογραφικοὺς φακούς μας. Ἀπὸ τὸν πάλαι ποτὲ περικαλλῆ ναὸ τοῦ Ἀπόλλω-
νος μιὰ κολώνα ἔμεινε ὅλη κι ὅλη μὲ πλῆθος ἐρειπίων ἀτάκτως ἐρριμμένων γύ-
ρω της. Τὸ παρακείμενο μουσεῖο σχεδὸν ἄδειο ἀπὸ ἐπισκέπτες, καὶ τὰ ἐκθέ-
ματα σιωπηλὰ ἀλλὰ γεμάτα μεγαλεῖο καὶ ἀρχαιολογικὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα οἱ
λιγοστοὶ ἀλλοδαποὶ ἐνδιαφερόμενοι ἔβλεπαν μὲ δέος, προσπαθώντας νὰ τὰ
ἑρμηνεύσουν. Ὅσο γιὰ τοὺς Ρωμιούς μας, αὐτοὶ συνέρρεαν «μπουλουκηδὸν»
στὴ Μονή, λίγα χιλιόμετρα παραπέρα.
Ἀποπλεύσαμε νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, καθὼς ὁ ἑπόμενος προορισμός μας, ἡ
Σίφνος, ἔπεφτε λίγο μακρυὰ ὁμολογουμένως. Τὸ ὁλονύκτιο ταξίδι μᾶς προ-
βλημάτιζε, ἀλλὰ καὶ μᾶς γοήτευε. Ὁ καπετάνιος μας πάντως γνώριζε καλὰ τὴ
δουλειά του. Ἔτσι φθάσαμε κατὰ τὸ ξημέρωμα τῆς ἑπομένης καὶ «πιάσαμε»
στὸ Φάρο. Περάσαμε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας στὸ Κάστρο, ὅπου μὲ
γοητεία ἀλλὰ καὶ πικρία παρατηρούσαμε τὰ προϊστορικὰ καὶ μυκηναϊκὰ ὑπο-
λείμματα κτισμάτων παρατημένα στὸ ἔλεος τοῦ πανδαμάτορος χρόνου. Ἀλλὰ
καὶ στὸν Πλατὺ Γιαλὸ ὁ ὀνομαστὸς ἀρχαῖος τύμβος δὲν εἶχε καλύτερη τύχη.
Χωρὶς νὰ παραθεωροῦμε τὸν ἥλιο καὶ τὴν θάλασσα τῶν νησιῶν μας, τὴν ὁποία
τιμήσαμε δεόντως, ἀπολαμβάνοντας ταυτόχρονα τὴ δροσιὰ – ἀλλὰ καὶ τὰ ψά-
ρια της –, συλλογιζόμασταν περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ. Μετὰ τὴ δια-
σκέδαση ἐρχόταν στὸ μυαλό μας ὁ προβληματισμός. Τὰ νησιά μας, γνωστὰ ἕως
τὰ πέρατα τοῦ κόσμου γιὰ τὰ μαγευτικά τους θέλγητρα, εἶχαν στερεύσει πο-
λιτιστικά; Μόνο «μπάνιο», «οὖζο», «τζατζίκι», «καραβίδες στὰ κάρβουνα»,
«μουσακᾶ» καὶ «συρτάκι» εἶχαν πλέον νὰ παρουσιάσουν;