ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

203ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1998

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 12685 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
32 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το μυστήριο μιας χαμένης ψήφου — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 12685 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 203

Κείμενο φύλλου

- Τὸ μυστήριο μιᾶς χαμένης ψήφου Τὸ ἐνύπνιον ἦταν συγκλονιστικό. “Ομιχλώδης ἀνθρώπινη μορφὴ φέρουσα χαι ρακτηριστικὰ ἀγχωτικοῦ οἰκογενειάρχη, ἀπελπισμένου ἀνέργου, ἐξαθλιωμένου συνταξιούχου καὶ γενικῶς προδομένου πολίτη στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ προ-. σκέφαλό μου καὶ μοῦ ἀπευθύνθηκε μὲ λόγια σημαδιακά. « ̓Εγέρθητι: ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ κυρίαρχος λαός». Ξύπνησα ἀμέσως. Δὲν ἦταν οὔτε πέγτε τὸ πρωί. Οὔτε ὁ ἀλέκτωρ εἶχε λαλήσει. (Αὐτὸ δέδαια εἶναι σχῆμα λόγου, καθὼς κατὰ πρῶτον ἀπαγορεύονται τὰ ζωντανὰ πουλερικὰ στὶς πολυκατοικίες καὶ κατὰ δεύτερον διότι ὁ τελευταῖος ἀλέκτωρ ποὺ θυμᾶμαι στὴν περιοχὴ κα. τέλη ξε πρὶν ἀπὸ καμμία εἰκοσαριὰ χρόνια στὴν κατσαρόλα, σδησμένος μὲ «μπωζολέ», παίρνοντας μαζί του καὶ τὴν εἰκόνα μιᾶς παλιᾶς γειτονιᾶς, μιᾶς ἀσδεστωμένης αὐλῆς, ἑνὸς γιασεμιοῦ στὴ μάνδρα καὶ μιᾶς ἀλάνας γεμάτης μὲ χαρταετούς, πεντώδολα καὶ ξυλίκι, ποὺ τώρα ἔχει δώσει τὴ θέση της σ ̓ ἕναν συρφετὸ τσιμεντένιων τεράτων, μέσα στὰ ὁποῖα ζοῦν ἄνθρωποι «κατ ̓ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» τῶν οἰκιῶν τους). Τσιμεντένιος ἔνιωθα κι ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ πρωινό, καθὼς ἡ νωθρότητα τοῦ ὁλι- ̓ γόωρου ὕπνου δὲν ἔφευγε εὔκολα. "Ἔπρεπε ὅμως νὰ ἑτοιμαστῶ γρήγορα, ἀφοῦ οἱ ὑποχρεώσεις στὴν ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἦταν ἐπιδεκτικὲς καθυστερή- : σεων. Σὲ λίγο θὰ ἐχάραζε ἡ ἡμέρα τῶν Δημοτικῶν καὶ Νομαρχιακῶν ἐκλογῶν. ̓Αργότερα στὸ ἐκλογικὸ τμῆμα, καθὼς εἴχαμε τακτοποιήσει τὰ ἀπαραίτητα, οἱ πόρτες ἄνοιξαν γιὰ τὸν κυρίαρχο λαό. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔδειχνε ἰδιαίτερη σπουδὴ γιὰ νὰ προσέλθῃ. Μόνο ἕνας ἱερέας καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἄλλος ἕνας ἔκαναν τὴν ἀρχὴ «πουρνό-πουρνό μὲ τὸν Αὐγερινό». Δικαιολογημένη ἡ τόσο πρωινὴ παρουσία τους, καθὼς θὰ ἔπρεπε μετὰ νὰ ξεκινήσουν τοὺς ναούς τους τὴν πρωινὴ λειτουργία, ἐνῷ ἡ ἀτζέντα περιελάμδανε κατόπιν μνημόσυνα, δαπτί- : σεις (ὄχι μόνο νηπίων ἀλλὰ καὶ ̓Αλδανῶν σὲ «Βορειοηπειρῶτες»), ἐξομολογήσεις κ.τ.τ. Μὲ τέτοιο φόρτο ἄντε νὰ μείνῃ καιρὸς γιὰ ψῆφο. Βγαίνοντας ἀπὸ. τὸ τμῆμα ὁ δεύτερος ἐκ τῶν κληρικῶν ἐδέχθη ἕνα χειροφίλημα ἀπὸ ὑποψήφιο δημοτικὸ σύμδουλο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε μεταξὺ σοδαροῦ καὶ ἀστείου: «Κάντε καὶ. μία δέηση γιὰ μένα»! Ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ μόνο ποὺ μοῦ ἔμενε νὰ δῶ ἦταν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Γιαχθὲ στὶς στῆλες τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. “Ὅσο ἡ ὥρα περνοῦσε, οἱ νυσταλέοι ψηφοφόροι ὅλο καὶ πλήθαιναν' μαζὶ μ ̓ αὐτοὺς καὶ τὰ πηγαδάκια στὸ προαύλιο. Βγαίνοντας γιὰ λίγο, γιὰ νὰ καπνίσω, πέρασα κοντά ἀπὸ δυὸ ἄνδρες ποὺ συζητοῦσαν. Τὸ αὐτί μου ἔπιασε μιὰ χαρακτηριστικὴ τῆς νεοελληνικῆς νοοτροπίας χαμηλόφωνη στιχομυθία. «Για, τί νὰ τὸν ψηφίσω τὸν τρίχα; Υποσχέθηκε νὰ δάλῃ τὸ γιό μου στὰ γραφεῖα τοῦ δήμου καὶ τελικὰ τὸν ἔκανε σκουπιδιάρη, ἐπιστήμονα ἄνθρωπο», εἶπε ὁ ἕνας. «Πάλι καλά», ἀπήντησε ὁ ἄλλος, «ὁ δικός μου ἀκόμα περιμένει». Ὃ παραπάνω διάλογος θὰ μποροῦσε νὰ ἀντικατοπτρίζῃ τὴν πεμπτουσία τῆς πολιτικῆς σκέψεως καὶ τακτικῆς στὴ χώρα μας: τὸ δόλεμα, ἡ θεσούλα, ὁ μισθουλάκος καὶ οἱ λοιπὲς μικροαστικὲς φιλοδοξίες ἀποτελοῦσαν καὶ ἀποτελοῦν
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →