ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
203ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το μυστήριο μιας χαμένης ψήφου — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
-
Τὸ μυστήριο μιᾶς χαμένης ψήφου
Τὸ ἐνύπνιον ἦταν συγκλονιστικό. “Ομιχλώδης ἀνθρώπινη μορφὴ φέρουσα χα-
ι ρακτηριστικὰ ἀγχωτικοῦ οἰκογενειάρχη, ἀπελπισμένου ἀνέργου, ἐξαθλιωμέ-
σκέφαλό µου καὶ μοῦ ἀπευθύνθηκε μὲ λόγια σημαδιακά. «᾿Εγέρθητι: ἐλήλυθεν
ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ κυρίαρχος λαός». Ξύπνησα ἀμέσως. Δὲν ἦταν οὔτε πέ-
γτε τὸ πρωί. Οὔτε ὁ ἀλέκτωρ εἶχε λαλήσει. (Αὐτὸ δέδαια εἶναι σχῆμα λόγου,
καὶ κατὰ δεύτερον διότι ὁ τελευταῖος ἀλέκτωρ ποὺ θυμᾶμαι στὴν περιοχὴ κα-
. τέλη ξε πρὶν ἀπὸ καμμία εἰκοσαριὰ χρόνια στὴν κατσαρόλα, σδησμένος μὲ «μπω-
ζολέ», παίρνοντας μαζί του καὶ τὴν εἰκόνα μιᾶς παλιᾶς γειτονιᾶς, μιᾶς ἀσδε-
στωμένης αὐλῆς, ἑνὸς γιασεμιοῦ στὴ μάνδρα καὶ μιᾶς ἀλάνας γεμάτης μὲ χαρ-
ταετούς, πεντώδολα καὶ ξυλίκι, ποὺ τώρα ἔχει δώσει τὴ θέση της σ᾽ ἕναν συρ-
φετὸ τσιμεντένιων τεράτων, μέσα στὰ ὁποῖα ζοῦν ἄνθρωποι «κατ᾽ εἰκόνα καὶ
ὁμοίωσιν» τῶν οἰκιῶν τους).
γόωρου ὕπνου δὲν ἔφευγε εὔκολα. "Ἔπρεπε ὅμως νὰ ἑτοιμαστῶ γρήγορα, ἀφοῦ
σεων. Σὲ λίγο θὰ ἐχάραζε ἡ ἡμέρα τῶν Δημοτικῶν καὶ Νομαρχιακῶν ἐκλογῶν.
᾿Αργότερα στὸ ἐκλογικὸ τμῆμα, καθὼς εἴχαμε τακτοποιήσει τὰ ἀπαραίτητα,
οἱ πόρτες ἄνοιξαν γιὰ τὸν κυρίαρχο λαό. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἔδειχνε ἰδιαίτερη
σπουδὴ γιὰ νὰ προσέλθῃ. Μόνο ἕνας ἱερέας καὶ μετ’ οὐ πολὺ ἄλλος ἕνας ἔκα-
ναν τὴν ἀρχὴ «πουρνό-πουρνό μὲ τὸν Αὐγερινό». Δικαιολογημένη ἡ τόσο πρω-
ινὴ παρουσία τους, καθὼς θὰ ἔπρεπε μετὰ νὰ ξεκινήσουν τοὺς ναούς τους τὴν
σεις (ὄχι μόνο νηπίων ἀλλὰ καὶ ᾿Αλδανῶν σὲ «Βορειοηπειρῶτες»), ἐξομολο-
τὸ τμῆμα ὁ δεύτερος ἐκ τῶν κληρικῶν ἐδέχθη ἕνα χειροφίλημα ἀπὸ ὑποψήφιο
μία δέηση γιὰ μένα»! Ὕστερα ἀπ’ αὐτὸ τὸ μόνο ποὺ μοῦ ἔμενε νὰ δῶ ἦταν καὶ
τὸ ὄνομα τοῦ Γιαχθὲ στὶς στῆλες τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων.
“Ὅσο ἡ ὥρα περνοῦσε, οἱ νυσταλέοι ψηφοφόροι ὅλο καὶ πλήθαιναν' μαζὶ μ᾽
αὐτοὺς καὶ τὰ πηγαδάκια στὸ προαύλιο. Βγαίνοντας γιὰ λίγο, γιὰ νὰ καπνί-
σω, πέρασα κοντά ἀπὸ δυὸ ἄνδρες ποὺ συζητοῦσαν. Τὸ αὐτί μου ἔπιασε μιὰ
χαρακτηριστικὴ τῆς νεοελληνικῆς νοοτροπίας χαμηλόφωνη στιχομυθία. «Για-
δήμου καὶ τελικὰ τὸν ἔκανε σκουπιδιάρη, ἐπιστήμονα ἄνθρωπο», εἶπε ὁ ἕνας.
«Πάλι καλά», ἀπήντησε ὁ ἄλλος, «ὁ δικός μου ἀκόμα περιμένει».
πολιτικῆς σκέψεως καὶ τακτικῆς στὴ χώρα μας: τὸ δόλεμα, ἡ θεσούλα, ὁ μι-
νου συνταξιούχου καὶ γενικῶς προδομένου πολίτη στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ προ-.
καθὼς κατὰ πρῶτον ἀπαγορεύονται τὰ ζωντανὰ πουλερικὰ στὶς πολυκατοικίες
Τσιμεντένιος ἔνιωθα κι ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ πρωινό, καθὼς ἡ νωθρότητα τοῦ ὁλι- ᾿
οἱ ὑποχρεώσεις στὴν ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἦταν ἐπιδεκτικὲς καθυστερή- :
πρωινὴ λειτουργία, ἐνῷ ἡ ἀτζέντα περιελάμδανε κατόπιν μνημόσυνα, δαπτί- :
γήσεις κ.τ.τ. Μὲ τέτοιο φόρτο ἄντε νὰ μείνῃ καιρὸς γιὰ ψῆφο. Βγαίνοντας ἀπὸ.
δημοτικὸ σύμδουλο, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε μεταξὺ σοδαροῦ καὶ ἀστείου: «Κάντε καὶ.
, τί νὰ τὸν ψηφίσω τὸν τρίχα; Υποσχέθηκε νὰ δάλῃ τὸ γιό μου στὰ γραφεῖα τοῦ
Ὃ παραπάνω διάλογος θὰ μποροῦσε νὰ ἀντικατοπτρίζῃ τὴν πεμπτουσία τῆς
σθουλάκος καὶ οἱ λοιπὲς μικροαστικὲς φιλοδοξίες ἀποτελοῦσαν καὶ ἀποτελοῦν