ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
3ΜΑΡΤΙΟΣ 1982
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Έλληνικότητα και Ρωμιοσύνη — ΔΙΚΑΙΟΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
126
Ἐπίκαιρα καὶ ἀνεπίκαιρα
τοὺς οἰκονομολογοῦντες καὶ τοὺς λοι
ποὺς κατεστημενοσκεπτομένους) σκέψεις,
ποὺ, ὅμως, ἄν τὶς ἔκαναν ὅλοι,
τὸ κοινωνικὸ τερατούργημα θὰ κατέρ
ρεε καὶ κάθε κατεργάρης θὰ ἐπέστρε
φε στὸν πάγκο του.
Γι αὐτὸ καὶ ὅλα τὰ καθεστῶτα, ὅπου
γῆς, ὄχι μονάχα θεοποιοῦν τὸ
χρῆμα (ἐπὶ τοῦ ἀμερικανικοῦ δολλαρίου
ὑπάρχει ἡ φράσις «εἰς τὸν Θεὸν
πιστεύομεν - ἸΝ αΟὉ ΝΕ ΤΗ 57»
ὅπου ἀνακατεύεται σκοπίμως ἡ «μεταφυσική»
μὲ
τὴ «φυσική» πίστη),
ἀλλὰ καὶ θεσπίζουν αὐστηρὲς ποινὲς
ο ̓ ὅποιον τολμήση νὰ τὸ «ὑπονομεύση»,
θεωρώντας ἔγκλημα καθοσιώσεως
κάθε «ἀπμφισθήτηση τοῦ νομίσματος,
Ἔτσι κανόνας δὲν τολμᾶ νὰ νομί
ζη πιά --- ἁπλῶς ἀναγκαστικὰ πιστεύε].
Κι ἔρχονται τώρα κάποιοι νὰ Ἡ]λοῦν
γιὰ ἠθικοποίηση τῆς Οἰκονομίας.
Ποιὰ ἠθικὴ σὲ μιὰ τέτοια ἀπὸ χιλπετίες
ξεθράκωτη: Τὸ μόνο ποὺ Ἱπτορεῖτε,
φίλοι δογματικοί, εἶναι νὰ διατά
ξετε νὰ πιστέψουμε πὼς ἠθικοποιήθηκε
καὶ τῆς μυλωνοῦς, ποὺ λέει κι ̓ ἡ
παροιμία, "Οχι καὶ πὼς, πράγματι, θὰ
ἠθικοποιηθῆ |
κ .. ἐκ
ξ ὅλων τῶν ζώων, ὁ ἄνθρωπος
εἶναι τὸ μόνον, ποὺ ἐργάζεται
ὀκτώ, δέκα ἤ καὶ δεκαπέντε ὦρες τὴν
ἡμέρα, γιὰ νὰ ἐξασφαλίση «τὰ πρὸς
τὸ ζῆν». Στὴν πραγματικότητα εἶναι
τὸ μόνον
ζῶον ποὺ ἐργάζεται
γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό. Τὰ ἄλλα (πλὴν
τῶν ἐξημερωμένων ποὺ ἀναγκαστικῶς
ἐργάζονται καὶ αὐτὰ, ἀκολουθώντας
τὴ μοίρα τοῦ ὀξημερωτοῦ των)
ἁπλῶς ψάχνουν καὶ παίρνουν τὴν τρο
φή τους ἀπὸ τὴ φύση. Δαπανοῦν, συνήθως,
πολὺ λίγο χρόνο γι’ αὐπό. Καὶ
νὰ φαντασθῆ κανείς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος
εἶναι ἀπ’ τὰ πιὸ Δλιτοδίαιτα ζῶα τοῦ
μεγέθους του. Τρεῖς χιλιάδες θερμί-
δες ἡμερησίως, μισὴ φραντζόλα ψωμί,
ἄς ποῦμε, καὶ λίγο νερὸ εἶναι ἀρκετὰ
γιὰ νὰ συντηρηθῆ.
κκ ΜΗ͂ κ
τὶς ἁπλὲς αὐτὲς σκέψεις ὑπάρχουν
ἀσφαλῶς ἀνπιρρήρσεις. Θὰ
μοῦ πῆτε πὼς οἱ «ἀνάγκες» τοῦ ἀνθρώπου,
εἶναι περισσότερες ἀπὸ τῶν
ζώων. Πόσες ὅμως ἀπὸ τὶς «ἀνάγκεον
αὐτὲς εἶναι, πράγματι, «ἀναγκαῖες»;
Οἱ περισσότερες νομίζω εἶναι ἔξωθεν,
ἄνωθεν, γύρωθεν ὀπιθαλιλόμενες, ἔχοῦν
«κοινωνικά» μᾶλλον κίνητρα
καὶ «κοινωνικούς» σκοπούς. Τὸ νὰ μὴ
κρεμάση ἡ γυναίκα μου π.χ. πονήντα
χρυσὰ χαϊμαλιὰ στὸ λαιμό της, δὲν
νομίζω ὅτι τῆς ἀφαιρεῖ τίποτε ἀπὸ
τὴν ἀνθρώπινη ὑπόστασή της. Τὸ νὰ
ἔχω ἔπιπλα «Λου Κένζ» ἤ, ξέρω γώ
τὶ ἄλλο, δὲν νομίζω ὅτι μοῦ προσθέτει
τι.
κ
κ
ἁ
ΚΚ ΧΧ Χά
ἃ ν τὸ καλοσκεφτῆς, ἡ πλειοψηφία
τῶν «ἀναγκῶν», δὲν εἶναι
τίποτα ἄλλο ἀπὸ ἁπλὸ κέντρισμω τῆς
κοινωνικῆς μματαιοδοξίας μας, Ποὺ
ποτέ, θέθανα, δὲν ἱκανοποιεῖται, χὰ ποὺ
ἡ τάση γιὰ ἱκανοποίησή του, δὲν θὰ
πῶ ζωοποιεῖ --γιατὶ τὰ ζῶα δὲν ματαιοδοξοῦν
--- ἀπανθρωμποποιεῖ, ἀπτοζωοπουεῖ
καὶ πάντως ἀποφυσικοιπολξὶ
Κι ὁ δυστυχής οσπαταλᾶ τὸν
μετρημένον πολύτιμον χρόνον του
στὸ φαῦλο κύκλο ἱκανοποιήσεως ἀναγ
κῶν μὴ ἀναγκαίων. Καὶ παλεύει καὶ
ἄγχιεται καὶ χάνεται. Καὶ--καθὼς λέει
ὁ ποιητής:
Τὴν παιδική του φύση ἀναζητᾶ μὲς
τὴ γυμνότητα:
Ἐππιστροφές, ἐπιστροφές,
Ὅταν ντυθῆς τὴν κοινωνία, δὼν ἔχει
ἐπάνοδο:
πετρώνεσαι στὸν τόπο.
Μόνο ἡ ψυχὴ ἐκτινάσσεται στὸ γρήγορο
ὄνειρο.