ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
207ΜΑΡΤΙΟΣ 1999
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δογματισμός και ελεύθερη Ελλάδα — ΤΣΙΝΑΣ, ΠΑΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Δογματισμὸς καὶ ἐλεύθερη Ἑλλάδα
«Ὅλα γυμνὰ τριγύρω μας, ὅλα γυμνὰ ἐδῶ πέρα,
κάμποι, βουνά, ἀκροούρανα, ἀκράταγ’ εἶναι ἡ μέρα.
Τὸ φῶς χορτάστε μάτια, κιθάρες τὸ ρυθμό».
Κωστῆς Παλαμᾶς
Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση τοῦ 1821 εἶναι ἕνα ἱστορικὸ ὁρόσημο, τὸ ὁποῖο σημαίνει
ὅτι οἱ Ἕλληνες, ὕστερα ἀπὸ 1967 χρόνια δουλείας καὶ ὕστερα ἀπὸ 1442 χρόνια
ποὺ εἶχε ν’ ἀκουστῇ ἡ φράση «Εἶμαι Ἕλλην» ηὗραν ἐπιτέλους τὸν τρόπο νὰ
ὑπερβοῦν τὴν φοβερὴ κατάσταση, στὴν ὁποία εὑρίσκοντο καὶ νὰ ἔρθουν καὶ πάλι
στὸ προσκήνιο τῆς Ἱστορίας. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴν τὴν πανάρχαια χώρα, ποὺ λεγόταν
στὰ παλιὰ χρόνια καὶ λέγεται καὶ τώρα Ἑλλάς, κατὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ χρονικὸ
διάστημα, ποὺ ἦταν σὲ δουλεία, οἱ Ἕλληνες ὑπέστησαν ἀπηνεῖς διωγμοὺς καὶ ὡς
ἄνθρωποι, ἕνας ἕκαστος, καὶ ὡς πόλεις ἢ περιοχές, ὅπως λ.χ. οἱ Ἕλληνες τῆς Νοτίου
Ἑλλάδος. Ὑπέστησαν μεγάλες καταστροφές, σφαγὲς καὶ συμφορὲς ἀπὸ τρεῖς
μεγάλες ὁλοκληρωτικὲς κατακτήσεις καὶ ἄλλες ἐπὶ μέρους μικρότερες, ὅπως λ.χ.
ἦταν ἡ φραγκικὴ κατάκτηση. Οἱ τρεῖς μεγάλες κατακτήσεις, ποὺ εἴπαμε, ἦταν 1)
ἡ Ρωμαϊκὴ (146 π.X., 379 μ.X.), 2) ἡ Δογματικὴ τὸ 379 μ.X. καὶ ἐντεῦθεν καὶ 3) ἡ
Τουρκική.
Ἡ χειρότερη ἀπὸ τὶς τρεῖς μεγάλες κατακτήσεις ἦταν ἐκείνη ποὺ ἔγινε ἀπὸ
τοὺς Δογματικούς. Διότι αὐτοί, ἀφοῦ ἐπιβλήθηκαν διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου, ἔστρεψαν
μετὰ ὅλο τὸ Ἀσιατικὸ μένος τους πρὸς τὴν ἴδια τὴν ψυχὴ καὶ τὴ σκέψη τοῦ
ἀνθρώπου, παντὸς ἀνθρώπου. Εἰδικὰ δὲ πρὸς τοὺς Ἕλληνες ὑπῆρξαν ἀφάνταστα
σκληροὶ καὶ ἀδυσώπητοι.
Οἱ πρῶτες φράσεις ποὺ εἶπαν οἱ Ἕλληνες, ἀφοῦ μπόρεσαν νὰ κηρύξουν τὴν
ἐπανάσταση τὸ 1821, ἦσαν δύο: «Εἴμεθα Ἕλληνες» καὶ «Ἐλευθερία ἢ θάνατος».
Οἱ δύο αὐτὲς φράσεις ἀπετέλεσαν δύο ἰσχυρὲς θέσεις τῶν ἐπαναστατημένων. Ἡ
πρώτη θέση ἦταν, ὅτι ἡ Ἐπανάσταση συνδέεται μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα τὴν πρὸ
τοῦ ἕτους 146 π.X., καθ’ ὅτι ἡ ἐλευθερία ποὺ ἀνέτειλε μὲ τὴν Ἐπανάσταση εἶναι
«βγαλμένη ἀπ’ τὰ κόκκαλα τῶν <Ἀρχαίων> Ἑλλήνων τὰ ἱερά». Ἡ δεύτερη θέση
ἦταν, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ πεθάνουν, ἄν δὲν μπορέσουν νὰ
ἑδραιώσουν τὴν ἐλευθερία, διότι ἡ ζωὴ δὲν ἔχει νόημα, ἄν ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι
ἐλεύθερος νὰ δρᾷ ὡς προσωπικότητα στὸν ὑλικὸ βίο, ἀλλὰ καὶ στὸν τομέα τῆς νοήσεως,
ἄν δὲν μπορῇ νὰ ἀπορρίπτῃ μεγαλοφώνως κάθε Δόγμα, ποὺ πλακώνει τὴν
ψυχή του.
Θὰ ποῦμε ἐδῶ, ὅτι καὶ οἱ δύο λέξεις τῆς πρώτης φράσης, ποὺ ἀναφέραμε πιὸ
πάνω, καὶ τὸ ρῆμα καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ὄνομα, ἀπαγορευόταν νὰ εἰπωθοῦν ἐπὶ δέκα
τρεῖς καὶ ἥμισυ αἰῶνες πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Τὸ ρῆμα εἶμαι (ὁ...)
δὲν ἧτο συχωρητὸν νὰ λέγεται, διότι ἐθεσπίσθη σιωπηρά, ὅταν οἱ Δογματικοὶ
ἐπεκράτησαν, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι πλάσμα ἁμαρτωλό, ποταπὸ καὶ ἀνάξιο
νὰ ἔχη πρόσωπο («δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμέν»: Λουκ. II-10), γι’ αὐτὸ ὀφείλει νὰ ταπεινωθῇ
ἕως ἐσχάτων τόσο, ὅσο νὰ εἶναι ἕνα τίποτε. Ἔτσι μπορεῖ νὰ τύχῃ τῆς εὐμένειας
τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀξιωθῇ τῆς χάρης, νὰ ἐξιλεωθῆ, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸς ὡς πιστός.
Ὁ Θεὸς τῶν Δογματικῶν βέβαια ἀπέχει ὅσο ἡ Γῆ ἀπὸ τὸ μέγα ὕψος τοῦ