ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
212-213ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1999
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η έννοια του "νυν" στον Αριστοτέλη — ΣΥΡΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Η.
Κείμενο φύλλου
Ἡ ἔννοια «νῦν» τοῦ Ἀριστοτέλους
καὶ ὁ χρόνος τῆς Κβαντικῆς θεωρίας
O ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΠΡΟΕΤΡΕΞΕ 2300 ETH ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ TOY
Ἡ φιλοσοφία τοῦ Ἀριστοτέλους περὶ χρόνου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συμπληρωματικὴ
καὶ προηγμένη μορφὴ τῆς φιλοσοφίας τοῦ Πλάτωνος (βλ. «Δαυλόν»,
τ. 210). Τοῦτο παρὰ τὴν κλασσικὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ ἀριστοτέλειος φιλοσοφία
διαφέρει ριζικὰ τῆς πλατωνικῆς. Ἐκτενῆ ἀνάλυσιν 15 σελίδων τῆς ἐννοίας
τοῦ χρόνου ἀναπτύσσει ὁ θαυμαστὸς Ἀριστοτέλης εἰς τὰ Φυσικά του. Ὁ
Ἀριστοτέλης διδάσκει, ὅτι τὸ ἐλάχιστον μέρος τοῦ χρόνου εἶναι τὸ «νῦν», δηλαδὴ
ὁ ἑκάστοτε παρὼν χρόνος. Σήμερα θὰ ἐλέγαμεν ὅτι τὸ «νῦν» εἶναι τὸ
quantum, τὸ στοιχεῖον τοῦ χρόνου τῆς ἀριστοτελείου φιλοσοφίας, διότι πᾶν
«νῦν» εἶναι ἀδιαίρετον καὶ ὄχι ἀναγκαῖα ἴσον πρὸς ἄλλα «νῦν». Περὶ τοῦ μεγέθους
τοῦ «νῦν» ὁ Ἀριστοτέλης δίδει ἐλαχίστην πληροφορίαν. Ἐπίσης λέγει
μέν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν «νῦν» συμπίπτει μὲ ἕτερον «νῦν», πλὴν ὅμως δὲν καθίσταται
σαφές, ἐὰν ἡ διαφορὰ εἶναι «τοπικὴ» ἢ οὐσιώδης, συστατική.
Εἶναι ἀξία θαυμασμοῦ ἡ μεθοδικότης καὶ ἡ ἀκριβολογία καὶ ἡ ὀξυδέρκεια
τοῦ Ἀριστοτέλους εἰς τὴν προσπάθειάν του νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ χρόνου.
Προκειμένου νὰ προσεγγίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ χρόνου, ἀναπτύσσει συλλογιστικὴν
μέθοδον, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ σήμερα τὴν βάσιν τῆς θεωρίας ἀποδείξεως
τῆς ἰσότητος δύο δοθέντων συνόλων A καὶ B εἰς τὸ πλαίσιον τῆς θεωρίας τῶν
συνόλων. Π.χ. τὸ πρῶτον βῆμα συνίσταται εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ σύνολον X
(χρόνος) εἶναι ὑποσύνολον τοῦ N (νῦν). Τὸ δεύτερον βῆμα συνίσταται εἰς τὴν
ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ σύνολον N εἶναι ὑποσύνολον τοῦ X. (Οἱ σχέσεις α) X (cid:2)N καὶ
β) X (cid:2) N ἀποτελοῦν τὴν ἀπόδειξιν τῆς σχέσεως X = N).
Γράφει ὁ Ἀριστοτέλης: «...Φανερὸν δὲ καὶ ὅτι εἴτε χρόνος μὴ εἴη, τὸ νῦν οὐκ
ἂν εἴη, εἴτε τὸ νῦν μὴ εἴη, χρόνος οὐκ ἂν εἴη». [Ἀφ’ ἑνὸς μέν: Ἐὰν ὁ χρόνος (X)
δὲν εἶναι ὑποσύνολον τοῦ νῦν (N), τότε δὲν ὑπάρχει χρόνος. Ἀφ’ ἑτέρου δέ:
Ἐὰν τὸ «νῦν» δὲν εἶναι ὑποσύνολον τοῦ χρόνου, τότε δὲν ὑπάρχει «νῦν»]. Μετατρέπων
περαιτέρω τὴν ἄρνησιν εἰς κατάφασιν ἔχω: Ἐὰν ὁ χρόνος εἶναι ὑποσύνολον
τοῦ «νῦν» (X (cid:2)N), τότε ὑπάρχει χρόνος. Ἐὰν τὸ «νῦν» εἶναι ὑποσύνολον
τοῦ χρόνου (N (cid:2)X), τότε ὑπάρχει «νῦν».
Ἐξ αὐτῶν τῶν δύο ἐξισώσεων ἕπεται, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι «νῦν» καὶ «νῦν» εἶναι
χρόνος, N = X. Δοθέντος συνόλου ἐκ «νῦν» δυνάμεθα διὰ τῆς ἑνώσεως αὐτῶν
νὰ κατασκευάσωμε τὸν μακροσκοπικὸν χρόνον (ΧΜακροσκοπικός = UΝν). Ἡ ἕνωσις
αὐτὴ τῶν «νῦν» ἀποτελεῖ τὸν μεγάλης κλίμακος χρόνον. Οὗτος γίνεται αἰσθητὸς
εἰς τὴν καθημερινὴν ζωήν. Ὁ χρόνος αὐτὸς συμπίπτει μὲ τὸν χρόνον τοῦ Πλάτωνος,
ὡς οὗτος προκύπτει ἐκ τῆς κινήσεως τοῦ σύμπαντος.
Συγκρίνοντες τὸν ὁρισμὸν τοῦ μακροσκοπικοῦ χρόνου τοῦ Πλάτωνος (βλ.
«Δαυλόν», τ. 210) πρὸς τὸν ὁρισμόν τοῦ μικροσκοπικοῦ χρόνου τοῦ Ἀριστοτέ-