ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
28ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1984
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο φίλος μου ο Τσιροβαρδής — ΜΑΡΚΑΚΗΣ, ΜΑΝΩΛΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΑΡΚΑΚΗΣ
Ὃ φίλος μου ὁ Τσιροβαρδῆς
Ποιός εἶμαι ἐγὼ ποὺ θὰ γράψω γιὰ τὸν Τσιροβαρδῆ καὶ θ ̓ ἀναστήσω στὰ μάτια
σας τὴν Κρητικἡὴ ̓Αντίσταση; Δὲν ζοῦσα ἐκεῖνα τὰ χρόνια, κι ἀσφαλῶς δὲν πολέμησα.
Δὲν πῆρα τὰ βουνά, δὲν εἶδα συμπολεμιστές μου νὰ σκοτώνονται, δὲν εἶδα τὸ σπίτι
μου νὰ καίγεται οὔτε πεινασμένα παιδιὰ νὰ ψάχνουν τενεκέδες γιὰ ψίχουλα οὔτε γυναῖκες
ὠχρές, μὲ κόκκινα μάτια, ν ̓ ἀποχαιρετοῦν τοὺς νεκρούς τους. Δὲν εἶδα τὴν Ἑλλάδα
νὰ ποδοπατεῖται κι οὔτε παιδιά της νὰ καταδίδουν ἀδέρφια τους. Δὲν γνώρισα οὔτε
κὰν θὰ μπορέσω ποτὲ νὰ συλλάβω τὸ παράφορο μεθύσι τῆς ἀδελφοσύνης, ποὺ ἔδενε
τοὺς μελλοθάνατους αὐτοὺς μὲ δεσμοὺς ποὺ ξεπερνοῦσαν τὴν ζωὴ καὶ προκαλοῦσαν
τὸν ἴδιο τὸ θάνατο.
"Αν ζοῦσα τότε, δὲν μπορῶ νὰ ξέρω ποιό δρόμο θὰ εἶχε πάρει ἡ ζωή μου. Ὅποιον
ὅμως δρόμο καὶ νὰ εἶχε πάρει, τὸ κείμενο τοῦτο ποὺ καταθέτω σήμερο, γιὰ νὰ φέρω
μπροστά σας ἕνα Κρῆτα πολεμιστὴ καὶ ποιητή, θὰ ἦταν πιὸ ἄμεσο, πιὸ ἀληθινὸ στὴν
τραγικότητά του καὶ περισσότερο δίκαιο. Δὲν μιλῶ βέβαια γιὰ συγκεκριμένα γεγονότα
καὶ γιὰ συγκεκριμένους ἀνθρώπους. Τὰ λίγα ὀνόματα ποὺ ἀναφέρω καὶ τοὺς τόπους
ποὺ ἔγιναν ὁρισμένες μάχες μοῦ τὰ εἶπε ὁ φίλος μου. Δὲν πρόλαβα νὰ γνωρίσω
κανένα ἀπὸ αὐτοὺς οὔτε κι ἀξιώθηκα νὰ ἐπισκεφθῷῶ τὰ πολεμικὰ πεδία.
Ἤδη ἀπὸ τὰ 18 μου χρόνια μ ̓ ἔπαιρνε μακρυὰ ἀπὸ τὴν Κρήτη ἡ φαουστικὴ δίψα,
κι ὅταν γύρισα ἄλλους ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πολέμησαν τοὺς ἀποκαλοῦσαν «φασίστες» καὶ
ἄλλους «κόκκινους». Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω τί ἔκανε ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς. Ξέρω ὅμως
πὼς ἡ μεγάλη στὴν ἱστορικὴ σημασία της γιὰ τὴν πατρίδα στιγμὴ τῆς ̓Αντίστασης εἶχε
πιὰ θρυμματισθεῖ σὰν ἐθνικὴ ἀφετηρία μεγάλων ἱστορικῶν πράξεων. "Ας μοῦ συγχωρέσει
ὁ ἀναγνώστης ὅμως τὴ λαχτάρα μου νὰ θέσω τὸ πρόβλημα τῆς πατρίδας --ὅσο
συνδέεται μὲ τὸν πολεμιστὴ καὶ ποιητὴ Τσιβοβαρδῆ καὶ τὴν ἡρωικὴ γενιά του--- καὶ νὰ
παρουσιάσω ὁρισμένα σημεῖα ἤ νὰ περιγράψω μιὰ κατάσταση.
ἼΑργησα στὴν ζωή μου νὰ γνωρίσω τὸν Τσιροβαρδῆ, τὸν Κρῆτα αὐτὸ πολεμιστὴ
καὶ ποιητὴ μὲ τὴν μεγάλη καρδιά. Στὰ δεκάξι του χρόνια, ὅταν ἡ μπότα τῶν Νάτσι πατοῦσε
τὸ στῆθος τοῦ νησιοῦ μου, ὁ Τσιροβαρδῆς πολεμοῦσε τοὺς Γερμανοὺς στὶς Μέλαμπες,
στὴ Βιάννο, στὴν Δαμάστα, στὶς Δαφνές, στὸν Ψηλορείτη καὶ στὴ Μέση ̓Ανατολή.
Οἱ καπετάνιοι του --ὁ Πετρακογιώρχης, ὁ Μπαντουβᾶς, ὁ Πέτρακας κι ὁ
Παπαδογιάννης--- εἶχαν πειθαρχήσει τὴν φλογισμένη ψυχή του στὴν τέχνη τοῦ πολέμου
καὶ τὸν δίδαξαν τὴν παληκαριὰ νὰ μάχεται μὲ σύνεση.
Ὃ Μακεδονομάχος πατέρας του, ὁ Τσιρονικολῆς, τοῦ εἶχε ξυπνήσει ἀπὸ νωρὶς
στὴν ψυχὴ τὸ πάθος γιὰ τὴν ἐλευθερία, ὅπως καὶ στὸν ἀδερφό του τὸν Τσιρογιώργη
ποὺ σκοτώθηκε στὶς Μέλαμπες πολεμώντας τοὺς Νάτσι τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ τοῦ
1944’ στὸ ἴδιο σημεῖο εἶχε τραυματισθεῖ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια κι ὁ Τσιροβαρδῆς. Ὁ πατέρας
του --πέρα ἀπὸ τὴν ὑψηλόφρονη διάθεση καὶ ἕνα αἴσθημα τιμῆς--- τοῦ εἶχε μάθει,
πὼς ἡ δουλωμένη ζωὴ εἶναι μιὰ ζωὴ ἀνάξια γιὰ νὰ τὴν ζήσεις. Ἔτσι, ἔφηβος ἀκόμη
ὁ Τσιροβαρδῆς εἶχε βιώσει τὴν ψυχικὸ ἐκεῖνο πολιτισμὸ ποὺ ἔθρεφε ἀνθρώπους μὲ μιὰ
παράφορη ἀγάπη γιὰ τὴν ζωή, ἀλλὰ καὶ μὲ μιὰ ἐξ ἴσου παράφορη ἄρνηση τοῦ θανάτου.
Στὸν πόλεμο, ὅταν μιὰ ἑνωμένη πατρίδα ζητοῦσε τὴν καταξίωσή της, ἀνδρώθηκε
περισσότερο ἡ ἐφηβικὴ ψυχή του. ̓Αργότερα, τὸ ἑνωμένο αὐτὸ αἷμα διασπάσθηκε, ἄσχημοι
γιὰ τὸν τόπο μου καιροί, πολιτικὲς ὑστεροβουλίες καὶ ἰδεολογικὲς σκοπιμότητες
ἤ συγχύσεις δίχασαν αὐτὸ ποὺ ἑνωμένο πολεμοῦσε τὸν ἐπιδρομέα. Ἕνας διχασμός,
ποὺ μεταφέρθηκε ἀπὸ τὰ μετερίζια τῶν μαχῶν στὴν καρδιὰ τ ̓ ἀνθρώπου.
Ἧταν τραγικὴ ἡ ἐμπειρία αὐτὴ γιὰ τὸν Τσιροβαρδῆ ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς φορεῖς
τοῦ ἤθους τῆς γενιᾶς του, μιὰ ἐμπειρία ποὺ ἄργησε πολὺ νὰ τὴν πάρει στὴν συνείδησή
του χωρὶς κανένα ἀντάλλαγμα, μὲ ἄσπρα πιὰ μαλλιά, νομοθετώντας μὲ μιὰ ἀπαράμιλλη
δικαιοσύνη τοῦ πνεύματος τὸ γεναῖο καὶ τὸ ὑψηλό. Ξέρει τώρα, πὼς ὁ τόπος
τοῦτος τότε προδόθηκε ἀπὸ τὶς σκοπιμότητες τῆς ἱστορικῆς συγκυρίας καὶ τὸν στενό-