ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
221ΜΑΙΟΣ 2000
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ετυμολογική γεωγραφία της Ευρώπης — ΚΑΡΜΙΡΑΝΤΖΟΣ, ΚΩΣΤΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ἡ προϊστορικὴ ἐξάπλωση τῶν Ἑλλήνων
καὶ τῆς γλώσσας τους στὴ Γηραιὰ Ἤπειρο
Ἡ ἐπιστήμη τῆς σύγχρονης Γλωσσολογίας («Linguistics» < lingo
< λείχω = γλείφω μὲ τὴ γλῶσσα) ἔχει ζωὴ μόνο 180 ἐτῶν. Σὰν
«νέα» ἐπιστήμη δὲν ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν της τοὺς Ἕλληνες γραμματι-
κοὺς τοῦ 3ου αἰ. π.X. ἕως 5ου αἰ. μ.X. (ἐλάχιστα ἀποσπάσματα
ἀπὸ τὶς χιλιάδες τῶν βιβλίων τους διεσώθησαν). Ἀντιθέτως ξε-
κίνησε ἀπὸ τὸν Γερμανὸ F. Βopp1σὲ λανθασμένες βάσεις (ποὺ
συνεχίζονται μέχρι σήμερα) μὲ τὴν ἐργασία του ἐπὶ τῆς Σαν-
σκριτικῆς σὲ σύγκριση μὲ τὴ Γερμανικὴ κ.λπ., ὡς καὶ ἀπὸ τὸν
Jacob Grimm, ποὺ τὸ 1819 πρότεινε τὴν Ἰνδο-γερμανικὴ Γλωσ-
σολογία (!). Μετὰ 100 ἔτη ὁ F. Saussureσυνεχίζει τὸ λάθος μὲ
ἄλλες μεθόδους, ἐξετάζοντας τὴν γλῶσσα γενικῶς, συγχρονικὰ
καὶ λειτουργικά, πάντα μὲ «Ἰνδο-ευρωπαϊκὴ» βάση.Οἱ Ἕλλη-
νες μὲ τὸν Γ. Χατζιδάκι καὶ μέχρι τοὺς συγχρόνους γλωσσολόγους
ἀκολουθοῦν τὰ ἴχνη τῶν εὐρωπαίων «προπατόρων» αὐτῶν. Πά-
ντως τὴν ἐτυμολογία σὰν τμῆμα τῆς Γραμματικῆς ἄσκησαν σὲ
στενό/κλειστὸ κύκλο ἐπὶ ἔτη μόνο φιλόλογοι μὲ σοβαρώτερον
ὅλων τὸν I. Σταματάκο.2
TO ONOMA ΤΗΣ EYP·ΠΗΣ.
Μὲ τὴ δαμόκλειο σπάθη νὰ ἐπικρέμεται μὲ τὴν
μορφὴ τῆς παρ-ετυμολογίας(ὁ N. Δασκαλάκης π.χ. στὸ «Λεξικὸ Ἐτυμολογικὸ»
ἀποτρέπει τὸν «λαὸ»νὰ ἀνακατευθῇ μὲ τὴν ἐπιστήμη αὐτή, γιατὶ π.χ. τὸ «πτυ-
χίο»θὰ τὸ ἐτυμολογήσῃ λανθασμένα <πετυχαίνω!), καθ’ ὅσον ἐκτὸς κύκλου καὶ
...«βυρσοδέψης»3, ἀρχίζω τὴν ἐτυμολογικὴ πε-
ριήγηση τῆς Εὐρώπης μὲ τὸ ὄνομά της.
Εἰκὼν 1.
Ὅλοι γνωρίζομε τὸ χαριτωμένο σύμπλεγμα
(ἔγινε τῆς μόδας μὲ τὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα)
τῆς νεαρᾶς Εὐρώπης ἀπαγόμενης ἐπὶ τῆς ράχης
τοῦ ταύρου-Διός.(Εἰκὼν 1).Ἀποτέλεσμα τοῦ
συμβάντος ἡ γέννηση τῶν Μίνωος, Σαρπηδό-
νος καὶ Ραδαμάνθυος. Τὸν μῦθο περιγράφει μό-
νον4ὁ Ἡρόδοτος, B173 (πάλι «κάνει τὴ ζημιά»,
ἄθελά του αὐτὴ τὴ φορά, ὅπως μὲ τὰ περίφημα