ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
221ΜΑΙΟΣ 2000
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δεν είμαι τίποτα! — ΣΑΡΩΘΡΟΝ
Κείμενο φύλλου
O ΚΑΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ
Δὲν εἶμαι τίποτα
Δὲν γνωρίζω, ἄν ἡ μοναξιὰ τῆς πλανηταρχίας μὲ ὁδηγῇ σὲ μαῦρες σκέψεις.
Ξαφνικὰ αἰσθάνομαι, ἐγὼ ὁ δυνατός, ὁ κυρίαρχος, ἕνα ἀδύνατο φοβισμένο
ἀνθρωπάκι. Ἄ, κάτι δὲν πάει καλά. Κυττάζω τὸν κόσμο καὶ διαπιστώνω τὴν παντοδυναμία
μου. Ὅλοι δουλεύουν γιὰ μένα, γιὰ τὴν δόξα μου. Πιστοί μου ὑπήκοοι
εἶναι ὅλοι, σκλαβάκια μου. Ἀνάβουν κεριὰ στὸ Γιαχβέ, στὸν Μάρξ, στὸν
Ἀλλάχ καὶ τόσους ἄλλους δικούς μου· προσεύχονται στὸ σύστημά μου. Σφάζονται
κατὰ τὴν βούλησίν μου· καῖνε βιβλία, καῖνε αἱρετικούς· θυσία στὴν παντοδύναμη
ἐξουσία μου. Κτίζω ἐργοστάσια, μολύνω τὸ περιβάλλον· παράγω ὅπλα
μαζικῆς καταστροφῆς. Στὰ ταμεῖα μου ἔχει μαζευτῆ ὅλος ὁ πλοῦτος τοῦ κόσμου.
Κι ὅμως ἐγὼ ἔχω στὸ στόμα μου τὴν στιφὴ γεῦσι τοῦ ἀνικανοποίητου. Καὶ κυνηγῶ,
σκοτώνω. Γίνομαι ἄγριος, ὅπως ὁ σκύλος, ποὺ δαγκώνω, γιὰ νὰ τοὺς κρατῶ
ὅλους μακρυὰ ἀπὸ τὸ θρόνο μου· μακρυὰ ἀπὸ τὰ πουπουλένια μαξιλάρια, ποὺ
ἀναπαύομαι πάνω τους σὰν πασσᾶς κι ἀφέντης. Γιὰ τὴν χαρά μου τὰ ρωμαϊκὰ
ὄργια· γιὰ μένα χορεύουν οἱ γυμνὲς χορεύτριες· γιὰ μένα οἱ ἐξαίσιες οἱ μουσικές,
οἱ θίασοι ποὺ παριστάνουν ἔργα γιὰ μένα. Ὅλοι καὶ ὅλα δοξολογοῦν τὴν παντοδυναμία
μου. Μὲ τὴν κίνησιν τοῦ μικροῦ μου δάχτυλου οἱ λαοὶ σκοτώνονται
σὲ παγκόσμιους πολέμους καὶ πάλιν ἀναπέμπουν προσευχὲς στὴν ἐξουσία μου.
Ὅλα τὰ ἐδέσματα ἁπλώνονται λαχταριστὰ μπροστά μου. Ἁπλώνω τὸ χέρι νὰ
τσιμπήσω καὶ τὸ τραβῶ ἀμέσως πίσω. Ξαφνικὰ μοῦ κόβεται ἡ ὄρεξις καὶ μοὔρχεται
ν’ ἀναποδογυρίσω ὅλα τὰ τραπέζια. Δέρνω τὸν σερβιτόρο, χωρὶς νὰ φταίῃ.
Κάπως λυπᾶμαι γι’ αὐτό, ἀλλὰ μετὰ σκέπτομαι, ὅτι ἔτσι δείχνω τὸν «τσαμπουκᾶ»
μου καὶ μοῦ περνάει. Φεύγω γιὰ κυνήγι καὶ γυρίζω μὲ χιλιάδες ποικίλα θηράματα.
Πάλι δὲν μένω ἱκανοποιημένος. Ἁπλώνω τὸ χέρι μου νὰ πιάσω μιὰν ὄμορφη
γυναῖκα γεμάτος πόθο καί, μόλις τὴν ἀγγίξω, κι ἀμέσως ἡ ἐπιθυμία μου χάνεται.
Κανένας δὲν τολμᾶ νὰ μὲ κερδίσῃ σὲ κανένα παιχνίδι. Εἶμαι ὁ γιὸς τοῦ
«πάρτα ὅλα». Κι ὅμως κάτι μοῦ τὴν «σπάει». Στριφογυρίζω στὸ κρεββάτι μου,
χωρὶς ὁ ὕπνος νὰ μοῦ σφραγίζῃ τὰ βλέφαρα. Κι ἄν σὲ μία στιγμὴ μὲ πάρῃ ὁ
ὕπνος, ἀμέσως πετάγομαι μὲ φωνὲς ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη κι ὅλη τὴν νύκτα τρέμω μαζεμένος
σὲ μία γωνία. Μὲ τὰ χέρια μου ἀγκαλιάζω τὸ κορμί μου, ἀλλὰ τὴν ἴδια
στιγμὴ τὸ χάνω.
Δὲν εἶμαι τίποτα. Βλέπω τὰ βουνά, τοὺς κάμπους, τ’ ἀστέρια καὶ νιώθω τὴν μηδαμινότητά
μου. Δὲν εἶμαι τίποτα. Ὅσο καὶ ν’ ἁπλώσω τὰ χέρια μου, δὲν φθάνω
νὰ κόψω τὸ Φεγγάρι, ὅπως κόβω τὸ τριαντάφυλλο στὸν κῆπο μου. Ἡ ἐξουσία
μου εἶναι φθαρτή, ὅπως τὸ σῶμα μου. Ὅλα ἀλλάζουν γύρω μου. Μπαίνω σ’
ἕνα ποτάμι καὶ τὸ περνῶ κι ὅταν γυρίζω νὰ τὸ ξαναπεράσω, τὸ ἴδιο δὲν εἶναι. Ὁ
καταραμένος ὁ Ἡράκλειτος εἶχε δίκιο. Ἔτσι μοὔρχεται νὰ δώσω μία καὶ νὰ τὸν
καταστρέψω ὅλο τὸν κόσμο. Ἄς πεθάνω κι ἐγὼ μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. Καὶ θὰ
τὄχα κάνει, ἄν αὐτοὶ οἱ τρισκατάρατοι τοῦ «Δαυλοῦ» δὲν μ’ εἶχαν προειδοποιήσει,
ὅτι ὁ κόσμος κι ἄν καταστραφῇ, ἡ φύσις πάλι ἕναν Ἕλληνα θὰ γεννήσῃ.
Τρέμω· τὸ καταλαβαίνω· πλησιάζει τὸ
Σάρωθρον