ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

221ΜΑΙΟΣ 2000

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 14106 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
77 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Δεν είμαι τίποτα! — ΣΑΡΩΘΡΟΝ
    ἀρχή: σελ. 14106 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 221

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

O ΚΑΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ Δὲν εἶμαι τίποτα Δὲν γνωρίζω, ἄν ἡ μοναξιὰ τῆς πλανηταρχίας μὲ ὁδηγῇ σὲ μαῦρες σκέψεις. Ξαφνικὰ αἰσθάνομαι, ἐγὼ ὁ δυνατός, ὁ κυρίαρχος, ἕνα ἀδύνατο φοβισμένο ἀνθρωπάκι. Ἄ, κάτι δὲν πάει καλά. Κυττάζω τὸν κόσμο καὶ διαπιστώνω τὴν πα- ντοδυναμία μου. Ὅλοι δουλεύουν γιὰ μένα, γιὰ τὴν δόξα μου. Πιστοί μου ὑπή- κοοι εἶναι ὅλοι, σκλαβάκια μου. Ἀνάβουν κεριὰ στὸ Γιαχβέ, στὸν Μάρξ, στὸν Ἀλλάχ καὶ τόσους ἄλλους δικούς μου· προσεύχονται στὸ σύστημά μου. Σφάζο- νται κατὰ τὴν βούλησίν μου· καῖνε βιβλία, καῖνε αἱρετικούς· θυσία στὴν παντο- δύναμη ἐξουσία μου. Κτίζω ἐργοστάσια, μολύνω τὸ περιβάλλον· παράγω ὅπλα μαζικῆς καταστροφῆς. Στὰ ταμεῖα μου ἔχει μαζευτῆ ὅλος ὁ πλοῦτος τοῦ κόσμου. Κι ὅμως ἐγὼ ἔχω στὸ στόμα μου τὴν στιφὴ γεῦσι τοῦ ἀνικανοποίητου. Καὶ κυ- νηγῶ, σκοτώνω. Γίνομαι ἄγριος, ὅπως ὁ σκύλος, ποὺ δαγκώνω, γιὰ νὰ τοὺς κρατῶ ὅλους μακρυὰ ἀπὸ τὸ θρόνο μου· μακρυὰ ἀπὸ τὰ πουπουλένια μαξιλάρια, ποὺ ἀναπαύομαι πάνω τους σὰν πασσᾶς κι ἀφέντης. Γιὰ τὴν χαρά μου τὰ ρωμαϊκὰ ὄργια· γιὰ μένα χορεύουν οἱ γυμνὲς χορεύτριες· γιὰ μένα οἱ ἐξαίσιες οἱ μουσικές, οἱ θίασοι ποὺ παριστάνουν ἔργα γιὰ μένα. Ὅλοι καὶ ὅλα δοξολογοῦν τὴν πα- ντοδυναμία μου. Μὲ τὴν κίνησιν τοῦ μικροῦ μου δάχτυλου οἱ λαοὶ σκοτώνονται σὲ παγκόσμιους πολέμους καὶ πάλιν ἀναπέμπουν προσευχὲς στὴν ἐξουσία μου. Ὅλα τὰ ἐδέσματα ἁπλώνονται λαχταριστὰ μπροστά μου. Ἁπλώνω τὸ χέρι νὰ τσιμπήσω καὶ τὸ τραβῶ ἀμέσως πίσω. Ξαφνικὰ μοῦ κόβεται ἡ ὄρεξις καὶ μοὔρχε- ται ν’ ἀναποδογυρίσω ὅλα τὰ τραπέζια. Δέρνω τὸν σερβιτόρο, χωρὶς νὰ φταίῃ. Κάπως λυπᾶμαι γι’ αὐτό, ἀλλὰ μετὰ σκέπτομαι, ὅτι ἔτσι δείχνω τὸν «τσαμπουκᾶ» μου καὶ μοῦ περνάει. Φεύγω γιὰ κυνήγι καὶ γυρίζω μὲ χιλιάδες ποικίλα θηρά- ματα. Πάλι δὲν μένω ἱκανοποιημένος. Ἁπλώνω τὸ χέρι μου νὰ πιάσω μιὰν ὄμορ- φη γυναῖκα γεμάτος πόθο καί, μόλις τὴν ἀγγίξω, κι ἀμέσως ἡ ἐπιθυμία μου χά- νεται. Κανένας δὲν τολμᾶ νὰ μὲ κερδίσῃ σὲ κανένα παιχνίδι. Εἶμαι ὁ γιὸς τοῦ «πάρτα ὅλα». Κι ὅμως κάτι μοῦ τὴν «σπάει».Στριφογυρίζω στὸ κρεββάτι μου, χωρὶς ὁ ὕπνος νὰ μοῦ σφραγίζῃ τὰ βλέφαρα. Κι ἄν σὲ μία στιγμὴ μὲ πάρῃ ὁ ὕπνος, ἀμέσως πετάγομαι μὲ φωνὲς ἀπὸ τὸν ἐφιάλτη κι ὅλη τὴν νύκτα τρέμω μα- ζεμένος σὲ μία γωνία. Μὲ τὰ χέρια μου ἀγκαλιάζω τὸ κορμί μου, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ χάνω. Δὲν εἶμαι τίποτα. Βλέπω τὰ βουνά, τοὺς κάμπους, τ’ ἀστέρια καὶ νιώθω τὴν μη- δαμινότητά μου. Δὲν εἶμαι τίποτα. Ὅσο καὶ ν’ ἁπλώσω τὰ χέρια μου, δὲν φθά- νω νὰ κόψω τὸ Φεγγάρι, ὅπως κόβω τὸ τριαντάφυλλο στὸν κῆπο μου. Ἡἐξου- σία μου εἶναι φθαρτή, ὅπως τὸ σῶμα μου. Ὅλα ἀλλάζουν γύρω μου. Μπαίνω σ’ ἕνα ποτάμι καὶ τὸ περνῶ κι ὅταν γυρίζω νὰ τὸ ξαναπεράσω, τὸ ἴδιο δὲν εἶναι. Ὁ καταραμένος ὁ Ἡράκλειτος εἶχε δίκιο. Ἔτσι μοὔρχεται νὰ δώσω μία καὶ νὰ τὸν καταστρέψω ὅλο τὸν κόσμο. Ἄς πεθάνω κι ἐγὼ μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. Καὶ θὰ τὄχα κάνει, ἄν αὐτοὶ οἱ τρισκατάρατοι τοῦ «Δαυλοῦ» δὲν μ’ εἶχαν προειδοποι- ήσει, ὅτι ὁ κόσμος κι ἄν καταστραφῇ, ἡ φύσις πάλι ἕναν Ἕλληνα θὰ γεννήσῃ. Τρέμω· τὸ καταλαβαίνω· πλησιάζει τὸ Σάρωθρον
← καθαρισμένο κείμενο