ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
29ΜΑΙΟΣ 1984
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η μέτρησις της φλυαρίας στη λογοτεχνία — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
Κείμενο φύλλου
Σ.Γ. Τ. ΠΑΝΑΓΡΙΩΤΑΤΟΣ
Ἢ μέτρησις τῆς φλυαρίας
στὴ λογοτεχνία δι’ ἀριθμῶν
Οἱ ὑποθετικὰ ἄθραυστες, ἀνοξίδωτες καὶ ποὺ δὲν χάνονται καρφίτσες, ποὺ ἀρχίζοντας
τὴν ἐπαγγελματική της σταδιοδρομία ἀγοράζει μιὰ μοδίστα, θὰ κάμουν ἑκατομμύρια
«καρφιτσώματα», ἐνῶ, παράλληλα, θὰ ὑπάρχουν ἀτέλειωτες, ἀκέραιες, ᾱδαπάνητες.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ποιητὴ (λογοτέχνη): Οἱ «καρφίτσες» του εἶναι
οἱ λέξεις -ὅσες, ἀβίαστα ἐμπιστευόμενος τὴν ἐπάρκειά τους σὲ ποσότητα καὶ ποιότητα,
χρησιμοποιεῖ, γιὰ νὰ ὀνομάζει τὰ «πράγματα τοῦ κόσμου». ̓Ακριβῶς τὰ πράγματα
στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ---προφανῶς γιὰ τὸν οἱονεί πρωτεύοντα βαθμό τους σημαίνοντος.
Μ ̓ ἄλλα λόγια, εἶναι ἡ ἐκφραστική του ἔκτασις, ἔντασις καὶ πειθώ, τὸ λεξιλόγιό
του, οἱ λέξεις, ποὺ μὲ τὴ χρῆσι καὶ ἐπανάληψί τους θὰ συγκροτήσουν τὸ ἔργο του. Κοντὰ
στὸ νοῦ, συνεπῶς, πὼς θὰ ἔχουμε τὸ «γλωσσικὸν ὄργανο» τοῦ ποιητοῦ (ἐκφραστικὀν
ἕκταμα, σθένος, συναρπαγήν), μόνον ἄν λέξιν ποὺ περιέχεται στὸ ἔργο του δυό,
τρεῖς, δέκα, εἴκοσι ἤ χίλιες φορὲς τὴν λογαριάσουμε ὄχι δυό, τρεῖς, δέκα, εἴκοσι ἤ χίλιες
λέξεις (αὐτὸ θὰ τὸ κάναμε, ἄν ζητούσαμε τὴν ἔκτασι τοῦ ἔργου του), ἀλλὰ μιὰ
λέξιν.
Ὑπογραμίζοντες λοιπὸν πὼς ἀναφερόμενοι στὸ «ἔργο» τοῦ ποιητοῦ ἐννοῦμε τὸ συνολικό,
τὸ τελειωμένο ὁριστικά, ὀνομάζουμε παρθένες λέξεις του (ποιητοῦ) τὶς συστατικὲς
τοῦ λεξιλογίου του, δηλαδὴ ὅλες τὶς λέξεις ποὺ συναντοῦμε στὸ ἔργο του γιὰ
πρώτη φορά. Φυσικὸ ἄλλωστε: ὁ ποιητὴς βεβαιώνεται κατακτητής, ἐκπαρθενευτὴς
τῶν λέξεων τὴν πρώτη φορὰ ποὺ τὶς χρησιμοποιεῖ. Ἐξ ἄλλου, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει
κατάργησιν τῆς γλώσσας (διάστροφη ἀνάλωσι ἐνδιαφερόντων), εἶναι προφανὲς πὼς
τὴν κοινωνία (μέθεξιν) μὲ τὴν βαρύτητα καὶ γοητείαν τοῦ νοήματος τὴν κάνει ἐφικτὴ
μόνον ἡ βαρύτης καὶ γοητεία αὐτῶν ποὺ τὸ καθιστοῦν (νόημα) δεκτικὸν χειρισμοῦ διατηρήσιμο,
μεταδόσιμο, ληπτέο, χρηστικό. Ποὺ θὰ εἰπεῖ, μόνον ἡ βαρύτης καὶ γοητεία
τῆς διὰ συμβόλων ἐμφάνισής του (παράστασης) -ἐξεικόνισης, ἐκφώνησης, διατύπωσης
ἤ, ἄλλως, γραμμῶν, ἀριθμῶν, λέξεων λόγου. ̓Αλλὰ τί βαρύτητα καὶ γοητείαν
μπορεῖ νὰ χει, σὲ μᾶς, συντεθειμένος ἀποκλειστικὰ μὲ στοιχεῖα «καθημερινότητας»
λόγος, ὅταν ἡ περὶ τὴ «δημοτικήν» σύγχυσις φέρει ἐναγεῖς καὶ ἀπόβλητες ὅσες λέξεις
δὲν βεβαιώνονται «τῆς κουζίνας»; Τί βαρύτητα καὶ γοητείαν μπορεῖ νὰ ̓χει λόγος «ἁπλός»,
ἤτοι περιορισμένος νὰ ἐκφράζει τὸ ὀλιγομερὲς καὶ ζωῶδες τῶν ἔκπαλαι καθημερινῶν
διαδικασιῶν βιότευσης; [Αστεῖο, πὼς ἐπιδιώκουμε ἁπλὸ λόγον --- «γιὰ νὰ τὸν
καταλαβαίνει ὁ λαός». Τὸ ἀκριβὲς εἶναι πὼς ἐπιδιώκουμε λόγον νὰ μὴ τὸν καταλαβαίνει
ὁ λαὸς -- γι ̓ αὐτὸ καὶ γράφουμε... «παράλογο», «μοντέρνο» (ἀκαταλαβίστικο)
συρρεαλισμόν (ἀσυναρτησίαν). Τὸ... «σκεπτικό»: ἀφοῦ τὸ σοφὸ καὶ σπουδαῖο (ποὺ ἐμεῖς
ἀδυνατοῦμε) εἶναι πράγματι δύσκολο, ὑπάρχει πιθανότης νὰ περάσουμε τὸ λόγο μας
γιὰ σοφὸ καὶ σπουδαῖον ἄν τὸν «κατασκευάσουμε» τεχνητὰ δύσκολον]... Λόγος, ἐπιμένω,
ἀποστερημένος τὴν ἱκανότητα ἀνταπόκρισης στὴν πολλότητα, πολλαπλότητα
καὶ κρισιμότητα τῆς σεισμικῆς ἐποχῆς μας --αὐτῆς ποὺ τὸ ὅτι ἔφερε τὴ ζωὴ τόσον ἐγγύς
στὴν αὐτοκαταστροφή, στὸ ἐπιμηθεϊκό τέλος της, τὸν βεβαιώνει (τὸ λόγον πάντοτε)
ἀξιοθρήνητα ἀνύποπτο κι ἀπληροφόρητον, Ἔξ ἄλλου, μετὰ τὸν ἀποκλεισμὸ τοῦ
μείζονος πόνου (τοῦ ἐνστικτικοῦ [ἐνστιγματικοῦ] --- καὶ φυσικὰ ἀναφέρομαι στὶς
«προηγμένες» κοινωνίες...) ἁπλὸς λόγος ἤ ἀπαράδεκτο μυξοκουτσομπολιὸ θὰ ́ναι
λόγος τόσον ἐμετικὰ κι ἀπροκάλυπτα πάγκοινος, οἰκεῖος, ἁπλοϊκός, ὀλίγιστος, διάστροφος
(τὴ πόλη, τὴ πόρτα!), καθημερινὸς-- στὸ μέτρο ποὺ ἡ καθημερινότης περιορίζεται
στὴν κοινοτοπία, πεζότητα, ρουτίνα; [Ὑπογραμμίζεται, πώς, ἀντίθετα, ἡ
καθημερινότης τῆς παρατήρησης, μελέτης ἔρευνας, εἶναι ἀτέλειωτη γεωμετρικὴ μέθη,
ὀνειρώδης φτερουγισμός γιὰ τὸ «πίσω ἀπ ̓ τὸ βουνό», ὑπαγωγή, ἔνταξις, ἀφομοίωσις
σ ̓ αὐτὸ τὸ ἀπόσταγμα θαύματος ποὺ μετεωρίζεται ὥς τὴν ὑστερία ἀδιανόητα... Εἶναι,
λέγω, προαγωγὴ στὴν θειότητα τῆς συμπαντικῆς πεμπτουσίας -- τὴν ὁποίαν
δικαιοῦται ὅ,τι συνεχῶς ξεπερνώντας τὸν ἑαυτότου, αὐτοαναγνωρίζεται συνείδησις
αἰτητική, διαίσθησις ραφιναρισμένη]. Κι ̓ ἐπὶ τέλους: Τί λογῆς «ἁπλότης» στὸ λόγο εἰ-