ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
223ΙΟΥΛΙΟΣ 2000
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Πώς εκφράζεται η ελληνικότητα σήμερα, με την Ορθοδοξία η με την Ελληνική Γλώσσα; — ΚΟΥΒΑΛΑΚΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Κείμενο φύλλου
Ἡ ἀπόφαση ἀπάλειψης ἀπ’ τὶς νέες ταυτότητες τῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος
ἔγινε ἡ αἰτία τῆς κήρυξης «ἀνένδοτου ἀγῶνος» ἀπὸ τὸν προκαθήμενο
τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν «προάσπιση τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς
παράδοσης», ὅπως ὁ ἴδιος διεκήρυξε. Ἡ στάση αὐτὴ φανέρωσε, ὅτι ἡ
Ἐκκλησία αὐτοπροσδιορίζεται περισσότερο ὡς διοικητικὸς - κρατικὸς - ἔξουσιαστικὸς
ὀργανισμὸς παρὰ ὡς θρησκευτικἡ ἀρχή. Ἡ κατάργηση τῆς ἀναγραφῆς
τοῦ θρησκεύματος δὲν 6ρίσκει ἀντίθετη τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία ἀπὸ
φόδο γιὰ ἐνδεχόμενη χαλάρωση τῶν χριστιανικῶν πεποιθήσεων τῶν πιστῶν
της, ἀλλὰ γιὰ κάτι δαθύτερο: Ἡ ὑπενθύμιση τῆς ἰδιότητας τοῦ πιστοῦ σὲ ἕνα
δημόσιο ἔγγραφο τὴν καθιστᾷ συμμέτοχο τοῦ κράτους στὴ νομὴ τῆς διοικητικῆς
ἐξουσίας. Τὸ νὰ εἶναι ὁ «Ἕλλην ὑπήκοος» ταυτόχρονα καὶ μέλος τοῦ
ποιμνίου της τὴν νομιμοποιεῖ ὡς διοικητικὴ ἀρχή.
Οὐδέποτε ἡ ̓Ορθόδοξη Ἐκκλησία ἔπαψε νὰ ἀποτελῇ μέρος τοῦ κράτους
ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐπικράτησής της καὶ μέχρι σήμερα. Αὐτὸ δείχνει ἡ ἵστορία
της. Τὸ χριστιανικὸ δόγμα ἐπεθλήθη ὡς κρατικὴ (αὐτοκρατορικὴ) ἔπιθυμία
καὶ πολιτικὴ ἐπιλογή. Οἱ «μεγάλοι» Κωνσταντῖνος καὶ Θεοδόσιος ἐπέὄαλαν
διὰ τῆς αὐτοκρατορικῆς σπάθης τὸ αἱρετικὸ αὐτὸ ἰουδαϊκὸ δόγμα,
ἀφοῦ προηγουμένως φρόντισαν νὰ παραδώσουν στὴν πυρὰ τοὺς Ἕλληνες καὶ
τὸν πολιτισμό τους. Στὸ χιλιόχρονο Βυζάντιο τὸ ἴδιο δέος προκαλοῦσε ἡ
Αὐτοκρατορικὴ καὶ ἡ Πατριαρχικὴ ̓Αρχή.
"Ὅμως αὐτὸ τὸ κράτος, ποὺ τὴν ἐπέδαλε καὶ τὴν δόξασε, δὲν δίστασε ἡ
Ορθόδοξη Ἐκκλησία νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ νὰ προδώσῃ, ὅταν κατάλαθε πὼς
μία νέα ἀρχή, ἐρχόμενη ἀπ’ τὴν ̓Ανατολή, προσέφερε ὅλα τὰ ἐχέγγυα διατήρησης
τῆς παντοδυναμίας της. Κι ὁ Μωάμεθ ὁ Πορθητὴς τὴν ἀντάμειψε,
διατηρώντας τὸ κῦρος της καὶ τὰ προνόμιά της, προσφέροντας σ ̓ αὐτὴν τὴν
ἀπόλυτη κηδεμονία τῶν πιστῶν της ραγιάδων. Κι ἔτσι συμδίωσε μὲ τὸν
Σουλτᾶνο γιὰ τετρακόσια περίπου χρόνια ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς «κραταιᾶς καὶ
φιλοστόργου ἡμῶν δασιλείας», ὅπως ἀποκαλεῖται στὰ ἐπίσημα πατριαρχικὰ
ἔγγραφα ἡ σουλτανικῆ τυραννία.
Στὰ χρόνια τῆς Ἐθνεγερσίας ἀρχικῶς δὲν πίστεψε, πὼς ἕνας τέτοιος «ἄπαράδεκτος»
ξεσηκωμὸς θὰ ἀνέτρεπε τὸν ̓Οθωμανὸ συνεταῖρο της. Καὶ ἔσπευσε
νὰ ἀφορίσῃ τὸν Ρήγα (1798), τοὺς Σουλιῶτες (1802 καὶ 1820), τοὺς ἆρματολοὺς
(1805) καὶ τὴν Ἐπανάσταση (Μάρτιος τοῦ 1821) καὶ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ
μὲ κάθε τρόπο. Ὅταν λίγο ἀργότερα ἐννόησε πὼς ἐπιθυμία
τῆς πανίσχυρης Δύσης
ἦταν ἡ δημιουργία ἀνεξαρτήτου ἑλλαδικοῦ κρατιδίου, ἀπομαχρύνθηκε
ταχέως ἀπ’ τοὺς καταρρέοντες Οθωμανοὺς καὶ ἔσπευσε νὰ συνεταιρισθῇ μὲ τὸ
ρωμαίικο κρατίδιο, νὰ τοῦ ἐπιδάλῃ ὡς ἐπίσημη ἰδεολογία του τὸν τραγέλαφο
τοῦ «Ἑλληνοχριστιανισμοῦ» καὶ ὡς ἐπίσημο δόγμα νὰ νέμεται τὴν ἐξουσία