ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

229ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2001

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 14633 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
28 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Αθηνά, η Αιθερόνεια και ο Αιθήρ στον Όμηρο — ΜΑΡΓΕΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 14633 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 229
  2. "Ξαναανακαλύπτει" τον "αιθέρα" των αρχαίων η σύγχρονη Φυσική — ΜΠΙΣΚΑ, ΝΑΝΣΥ
    ἀρχή: σελ. 14633 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 229

Κείμενο φύλλου

..«Ἑαναανακαλύπτει» τὸν «αἰθέρα» τῶν ἀρχαίων ἡ σύγχρονη Φυσική ΔΙΑΨΕΥΣΘΗΚΕ Η «ΤΕΡΑΤΟΛΟΓΙΑ» ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ «Ἢ ἰδέα τῆς ὑπάρξεως τοῦ αἰθέρα ὑπάρχει κατεγεγραμμένη ἱστορικὰ ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους “Ἕλληνες φιλοσόφους. Πρὶν τὴν ἐπικράτηση τῆς Θεωρίας τῆς Σχετικότητας στὸ χῶρο τῆς Φυσικῆς ὁ αἰθέρας ἐθεωρεῖτο ὅτι ἔχει τὶς ἰδιότητες ἑνὸς “μέσου” --μὲ ἐλαστικὲς ἰδιότητες, ποὺ ὑπῆρχε παντοῦ καὶ ἦταν ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ διαδίδῃ τὴν κυματικὴ φύση τοῦ φωτός. Ἣ ἰδέα τοῦ “φωταυγοῦντος αἰθέρος” ἐκφράσθηκε ἀπὸ τὸν ]σαάκ Νεύτωνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 1700, ἐπειδὴ θεωροῦσε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο ἕνα “μέσο”, γιὰ νὰ διαδίδη τὴν κυματικὴ φύση τοῦ φωτὸς καὶ νὰ ἐπιταχύνη τὴ δράση τῆς δαρύτητας. ̓ Ακολούθως ὁ αἰθέρας ἔγινε ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς Φυσικῆς ἐπιστήμης, ἕως ὅτου τὰ ἀποτελέσματα τῶν πειραμάτων Μάικελσον καὶ Μόρλεῦ γιὰ τὴν μέτρησή του -- ἂν καὶ ἔδειξαν σαφῶς τὴν ὕπαρξη τοῦ αἰθέρα -- ἑρμηνεύθηκαν λανθασμένα ὡς ἔχοντα μη δδενικὸ ἀποτέλεσμα. Ἢ θεωρία τοῦ αἰθέρα ἐπανέρχεται στὴ σύγχρονη Φυσική -- ἂν καὶ μὲ διαφορετικὰ ὀνόματα -- λόγῳ τῆς ἀνάγκῆς ποὺ προκύπτει, νὰ ὑπάρχῃ μιὰ προ-ατομικὴ ἢ ὑπο-ατομυκὴ ἐνέργεια» ,»» Ἡ ̓Αθηνᾶ, ἡ Αἰθερόνεια καὶ ὁ Αἰθὴρ στὸν Ὅμηρο ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΥΣΙΚΗ Ὃ Ὅμηρος στὴν ῥαψφδία Ε τῆς Ιλιάδας ἔχει τοὺς ἑξῆς στίχους: «Ἢ δ ̓ ἐς δίΦρον ἔδαινε παραὶ Διομήδεα δῖον ἐμμεμανῖα θεά’ μέγα δι’ ἔδραχε φήγινος ἄξων θριθοσύνη" δεινὴν γὰρ ἄγεν θεάν, ἄνδρα τ ̓ ἄριστον» (στ. 838-840) [Ερμηνεία ὑπὸ Α. Καραπαναγιώτου:) Ἐκείνη δὲ (ἡ θεὰ ̓ Αθηνᾶ) πλήρης πολεμικῆς μανίας ἀνέδαινεν εἰς τὴν δίφρον (ἅρμα, ὄχημα) πλησίον τοῦ εὐγενοῦς (ἐνδόξου) Διομήδους, μεγάλως δὲ ἔτριξεν ὁ δρύινος ἄξων ἀπὸ τὸ δάρος: διότι ἐσήκωνε φοδερὰν θεὰν καὶ ἄνδρα ἀνδρειότατον.) Οἱ ἀνωτέρω στίχοι τοῦ Ομήρου ἤγειραν ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ τὴν ἀπορία καὶ τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ θεὰ ̓Αθηνᾶ, ποὺ εἶναι κάτι πνευματικὸ καὶ συνεπῶς ἀδαρές, νὰ εἶναι αἴτιο δαρύτητας; ̓Απὸ τὴν “Ἑλληνικὴν ̓Αρχαιότητα παραδίδονται δύο λύσεις (ἑρμηνεῖες) στὸ περὶ τοῦ: «μέγα δ ̓ ἔδραχε φήγινος ἄξων δριθοσύνῃ». Ἢ μία ἀναφέρεται ἀπὸ κάποιον ἀνώνυμο συγγραφέα στὸ ἔργο του «Περὶ ἀπίστων» καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Καὶ πῶς δαρύτητος αἴτιον τὸ ἀδαρές; Φασὶν οὖν, ὅτι ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ μετέχον, τοιοῦτον ἀνάγκη φαίνεσθαι καὶ τὸ μετεχόμενον. Ἑνὸς γὰρ ὄντος τοῦ μετεχομένου θεοῦ, ψυχὴ μὲν ἄλλως, νοῦς δὲ ἄλλως, φαντασία ἄλλως καὶ αἴσθησις ἄλλως μετέχει, ἡ μὲν ἀνειλιγμένως ὁ δὲ ἀμερίστως, ἡ μὲν μορφωτικῶς ἡ δὲ παθητικῶς. Καὶ ἔστι τὸ μετεχόμενον μονοειδὲς μὲν κατὰ τὴν ὕπαρξιν, πολυειδὲς δὲ κατὰ μέθεξιν, ἄλλοτε ἀλλοῖον διὰ τὴν αὐτῶν ἀσθένειαν τοῖς μετέχουσι φανταξόμενον. Καὶ οὐ μόνον »
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →