ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
229ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η Αθηνά, η Αιθερόνεια και ο Αιθήρ στον Όμηρο — ΜΑΡΓΕΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
- "Ξαναανακαλύπτει" τον "αιθέρα" των αρχαίων η σύγχρονη Φυσική — ΜΠΙΣΚΑ, ΝΑΝΣΥ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
..«Ἑαναανακαλύπτει» τὸν «αἰθέρα»
τῶν ἀρχαίων ἡ σύγχρονη Φυσική
ΔΙΑΨΕΥΣΘΗΚΕ Η «ΤΕΡΑΤΟΛΟΓΙΑ» ΤΗΣ ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
«Ἢ ἰδέα τῆς ὑπάρξεως τοῦ αἰθέρα ὑπάρχει κατεγεγραµµένη ἱστορικὰ ἀπὸ τοὺς
ἀρχαίους “Ἕλληνες φιλοσόφους. Πρὶν τὴν ἐπικράτηση τῆς Θεωρίας τῆς Σχετικό-
τητας στὸ χῶρο τῆς Φυσικῆς ὁ αἰθέρας ἐθεωρεῖτο ὅτι ἔχει τὶς ἰδιότητες ἑνὸς “μέ-
σου” --μὲ ἐλαστικὲς ἰδιότητες, ποὺ ὑπῆρχε παντοῦ καὶ ἦταν ἀπαραίτητο, γιὰ νὰ δια-
δίδῃ τὴν κυματικὴ φύση τοῦ φωτός. Ἣ ἰδέα τοῦ “φωταυγοῦντος αἰθέρος” ἐκφρά-
σθηκε ἀπὸ τὸν ]σαάκ Νεύτωνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 1700, ἐπειδὴ θεωροῦσε ὅτι εἶναι ἀπα-
ραίτητο ἕνα “μέσο”, γιὰ νὰ διαδίδη τὴν κυματικὴ φύση τοῦ φωτὸς καὶ νὰ ἐπιταχύνη
τὴ δράση τῆς δαρύτητας.᾿ Ακολούθως ὁ αἰθέρας ἔγινε ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς Φυ-
σικῆς ἐπιστήμης, ἕως ὅτου τὰ ἀποτελέσματα τῶν πειραµάτων Μάικελσον καὶ Μόρ-
λεῦ γιὰ τὴν µέτρησή του -- ἂν καὶ ἔδειξαν σαφῶς τὴν ὕπαρξη τοῦ αἰθέρα -- ἑρμη-
νεύθηκαν λανθασμένα ὡς ἔχοντα μη δδενικὸ ἀποτέλεσμα. Ἢ θεωρία τοῦ αἰθέρα ἐπα-
νέρχεται στὴ σύγχρονη Φυσική -- ἂν καὶ μὲ διαφορετικὰ ὀνόματα -- λόγῳ τῆς ἀνά-
γκῆς ποὺ προκύπτει, νὰ ὑπάρχῃ μιὰ προ-ατομικὴ ἢ ὑπο-ατομυκὴ ἐνέργεια» ,»»
Ἡ ᾿Αθηνᾶ, ἡ Αἰθερόνεια καὶ ὁ Αἰθὴρ στὸν Ὅμηρο
ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΦΥΣΙΚΗ
Ὃ Ὅμηρος στὴν ῥαψφδία Ε τῆς Ιλιάδας ἔχει τοὺς ἑξῆς στίχους: «Ἢ δ᾽ ἐς δί-
Φρον ἔδαινε παραὶ Διομήδεα δῖον ἐμμεμανῖα θεά’ μέγα δι’ ἔδραχε φήγινος ἄξων
θριθοσύνη" δεινὴν γὰρ ἄγεν θεάν, ἄνδρα τ᾽ ἄριστον» (στ. 838-840) [Ερμηνεία ὑπὸ
Α. Καραπαναγιώτου:) Ἐκείνη δὲ (ἡ θεὰ ᾿ Αθηνᾶ) πλήρης πολεμικῆς μανίας ἀνέ-
δαινεν εἰς τὴν δίφρον (ἅρμα, ὄχημα) πλησίον τοῦ εὐγενοῦς (ἐνδόξου) Διομήδους,
μεγάλως δὲ ἔτριξεν ὁ δρύινος ἄξων ἀπὸ τὸ δάρος: διότι ἐσήκωνε φοδερὰν θεὰν
καὶ ἄνδρα ἀνδρειότατον.) Οἱ ἀνωτέρω στίχοι τοῦ Ομήρου ἤγειραν ἀπὸ τὴν ἀρχαία
ἐποχὴ τὴν ἀπορία καὶ τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ θεὰ ᾿Αθηνᾶ, ποὺ εἶναι
κάτι πνευματικὸ καὶ συνεπῶς ἀδαρές, νὰ εἶναι αἴτιο δαρύτητας;
᾿Απὸ τὴν “Ἑλληνικὴν ᾿Αρχαιότητα παραδίδονται δύο λύσεις (ἑρμηνεῖες) στὸ
περὶ τοῦ: «μέγα δ᾽ ἔδραχε φήγινος ἄξων δριθοσύνῃ». Ἢ μία ἀναφέρεται ἀπὸ κά-
ποιον ἀνώνυμο συγγραφέα στὸ ἔργο του «Περὶ ἀπίστων» καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Καὶ
πῶς δαρύτητος αἴτιον τὸ ἀδαρές; Φασὶν οὖν, ὅτι ὁποῖον ἂν ᾖ τὸ μετέχον, τοιοῦτον
ἀνάγκη φαίνεσθαι καὶ τὸ μετεχόμενον. Ἑνὸς γὰρ ὄντος τοῦ μετεχομένου θεοῦ,
ψυχὴ μὲν ἄλλως, νοῦς δὲ ἄλλως, φαντασία ἄλλως καὶ αἴσθησις ἄλλως μετέχει, ἡ
μὲν ἀνειλιγμένως ὁ δὲ ἀμερίστως, ἡ μὲν μορφωτικῶς ἡ δὲ παθητικῶς. Καὶ ἔστι τὸ
μετεχόμενον μονοειδὲς μὲν κατὰ τὴν ὕπαρξιν, πολυειδὲς δὲ κατὰ μέθεξιν, ἄλλο-
τε ἀλλοῖον διὰ τὴν αὐτῶν ἀσθένειαν τοῖς μετέχουσι φανταξόμενον. Καὶ οὐ μόνον
»