ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

230ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 14744 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
59 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Έν τάφω — ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
    ἀρχή: σελ. 14744 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 230

Κείμενο φύλλου

O ΑΛΛΟΣ ΛΟΓΟΣ Ἐν τάφῳ Ἦταν περασμένα μεσάνυκτα καὶ τὸ φεγγάρι εἶχε κρυφτῆ ἀπὸ ὥρα πίσω ἀπὸ πυκνὰ μαῦρα σύννεφα. Μία βροχὴ ἄγρια μάστιζε τώρα τὸ ἔρημο τοπίο. Μὰ ὁ μαυροφορεμένος ὁδοιπόρος συνέχιζε νὰ περπατᾷ ἀπτόητος τὸ μονοπάτι ποὺ ὡδηγοῦσε πρὸς τὸ νεκροταφεῖο. Ἔφτασε στὴν πόρτα καὶ τὴν ἄνοιξε. Αὐτή, ἀφοῦ ἔτριξε ἀπαίσια μέσα στὴν σιγή, κατάπιε τὸν σκοτεινὸν ἐπισκέπτη. Αὐτὸς σταμάτησε γιὰ λίγο διστακτικὸς κι ὕστερα μπαίνοντας σ’ ἕνα πλάγιο δρομίσκο ἀριστερὰ μέτρησε τρεῖς τάφους. Στὸν τελευταῖο σήκωσε τὴν ταφόπλακα καὶ χώθηκε μέσα. Ἐκεῖ, στὸν εὐρύχωρον οἰκογενειακὸ τάφο, ποὺ τὸν φώτιζε ἕνα μισολυωμένο κερί, τὸν περίμεναν οἱ τρεῖς του συνεργάτες, κρατοῦντες ὠργισμένοι τὸν «Δαυλό». – Ἤθελα νά ’ξερα ποιανοῦ μ... (μπίπ) ἦταν ἰδέα νά ’ρθοῦμε τέτοιαν ὥρα ἐδῶ, εἶπεν ὁ νεοεισελθών. – Πάψε, ἠλίθιε, νὰ διαμαρτύρεσαι, ψιθύρισεν ὁ ἕνας, ποὺ φαινόταν ἀρχηγός. Τὸ ξέρεις, ὅτι ἡ δουλειὰ θέλει μυστικότητα. Θέλεις νὰ μᾶς πιάσῃ στὴν πέννα του «Ὁ Ἄλλος Λόγος»· – Σκάστε ἐπιτέλους, μούγκρισε ὁ ἄλλος. Δὲν ἤρθαμε ’δῶ, γιὰ νὰ μαλώσουμε. Ἐδῶ ἤρθαμε, νὰ βροῦμε τρόπους, γιὰ νὰ σιγήσῃ ὁ «Δαυλός». Γιατί, ὅπως βλέπετε, κυκλοφορεῖ ἀκόμη. Εἶπε, καὶ τοὺς πέταξε τὸ περιοδικὸ κατὰ πρόσωπο. – Δυστυχῶς! κλαψούρισε κι ὁ τρίτος, περισσότερο γιὰ νὰ φανῇ ἀρεστὸς στ’ ἀφεντικό του. – Λοιπόν, γιὰ νὰ δοῦμε τί κάναμε σήμερα, βρυχήθηκεν ὁ ἀρχηγός. – Ἐγώ, εἶπεν ὁ πρῶτος, τὴν ἔστησα σὲ γνωστὲς καφετέριες, κι ὅποιον εὕρισκα, γνωστὸν ἢ ἄγνωστο, τὸν ρωτοῦσα, ἄν ἔμαθε ὅτι πουλήθηκε ὁ «Δαυλὸς» σὲ γνωστὸ ἐκδοτικὸ συγκρότημα. Ἀφεντικό, μοῦ χρωστᾶς εἴκοσι ὀκτὼ χιλιάδες ἀπ’ τοὺς καφέδες. – Σιγὰ τὰ ὠὰ μὴ γίνουν ὀμελέττα, μουρμούρισεν ὁ δεύτερος. Κι ὕστερα στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ἤρχισε λέγων: Ἐγὼ ἔπιασα ὅλα τὰ βιβλιοπωλεῖα καὶ τὰ περίπτερα, ὅπου πουλιέται ὁ «Δαυλός», κι ἄρχισα νὰ διαδίδω ὅτι ὁ Λάμπρου εἶναι μασῶνος τεσσαρακοστοῦ ἕκτου βαθμοῦ κι ὅτι τὸ τρισάθλιο περιοδικό του ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς Μαλαισιανῆς καὶ Μπουρουντιανῆς Στοᾶς. Ὁ ἀρχηγός, μὲ φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, μουρμούρισε κυττάζοντας τὸν ἄλλο: – Κι ἐσύ; – Ἐγὼ λέω νὰ τοῦ δίνω, ὑποτονθόρισεν ὁ τρίτος κι ἔκανε νὰ μετακινήσῃ πλάγια τὴν ταφόπλακα. Ὅμως, αὐτὴ παρέμενε πεισματικὰ ἀκίνητη. Μέσα στὴν πρεμούρα τους δὲν ἄκουσαν τὸν φύλακα, πού, ἐνῷ περιπολοῦσε, βρίσκοντας ὀλίγον ἀνοικτὴ τὴν ταφόπλακα, τὴν ἔκλεισεν ἑρμητικά. Καὶ ἡ βροχὴ συνέχιζε νὰ πέφτῃ... Γιῶργος Πετρόπουλος
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →