ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
230ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Όταν αδειάζει το μαντρί — ΣΑΡΩΘΡΟΝ
Κείμενο φύλλου
O ΚΑΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ
Ὅταν ἀδειάζῃ τὸ μαντρὶ
Πρρρρρτ! Κίτς, κίτς, κίτς! Προβατάκια μου! Ἐμπρός, ὅλα μέσα ταχέως. Πρῶτα
τὰ μικρὰ τοῦ γάλακτος κι ὕστερα οἱ γκιόσες. Ὥρα γιὰ ἄρμεγμα, ὅπερ σημαίνει
ὅτι, πρὶν ἀρχίσουμε, θὰ ρίξετε τὰ σχετικά σας ἐντὸς τῆς σχισμῆς τοῦ παγκαριοῦ.
Προσέχτε, ἔ! Ὄχι ζαβολιὲς μὲ ψιλά. Σᾶς βλέπω κι ἐγὼ κι ὁ ὑπερκόσμιος μπαμπούλας
ἀπὸ ’κεῖ μακρυά. Κι ἔχει ἕνα μάτι αὐτός... Νά ’το ἐκεῖ, πάνω ἀπὸ τὴ μεσαία
κόγχη. Σᾶς παρατηρεῖ, σᾶς ἀνακρίνει, σᾶς διαπερνᾶ, σὰς καθιστᾶ ἐνόχους.
Τί; Δὲν εἶστε πρόβατα; Σὲ ποιόν τὰ πουλᾶτε αὐτά, βρὲ χαϊβάνια. Ἀφοῦ τὸ εἶπαν
οἱ προπάτορες, οἱ προφῆτες καὶ οἱ πατέρες μας, εἶστε καὶ παραεῖστε. Γι’ αὐτὸ καὶ
βρίσκεστε ἐδῶ. Κι ὅσο θὰ μιλάω, νὰ μὴν ἀκούσω τσιμουδιά, γιατὶ θὰ πέσῃ ποιμαντορικὴ
μπαστουνιὰ ἀεροπλανική!
Λοιπὸν ξεκινᾶμε τὸ κυριακάτικο τσινακωτό μας πρόγραμμα μὲ δοξολογία καὶ
ἀναπομπὴ προσευχῆς στὸν «πατερούλη». Κατόπιν θὰ περάσουμε στὸ «κυρίως
πιᾶτο», ποὺ περιλαμβάνει μπόλικη δόση βιβλικῆς ἐξουσιοπραξίας γαρνιρισμένης
μὲ ὕμνους σὲ διαφόρους ἤχους. Γιὰ ἐπιδόρπιο ἔχουμε ἄλλο ἕνα ἐπεισόδιο ἀπὸ
τὰ κατορθώματα τῶν προαιωνίων πρακτόρων μου Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καὶ Ἰακώβ
καὶ τῶν τοιούτων. Καὶ ὁλοκληρώνουμε μὲ τὸ «χρυσὸ δοντάκι», ὅπως λέμε στὰ πιτσιρίκια.
Βέβαια καημός μου δὲν εἶναι νὰ σᾶς βάλω κανενὸς εἴδους «δοντάκι»,
ἀλλὰ νὰ σᾶς ξεριζώσω κι αὐτὰ ποὺ ἔχετε. Ἔτσι σᾶς ξερίζωσα ἐδῶ καὶ δεκαεπτὰ
αἰῶνες ὅλες τὶς ἀξίες τοῦ πολιτισμοῦ σας καὶ σᾶς ἐμφύτευσα τὸν φόβο, τὸν σκοταδισμό,
τὸν ψοφοδεϊσμό, τὸ ψεῦδος, τὴν ἀπάτη, τὴν τυπολατρία, τὴν ἄγνοια,
τὴν ψευτοηθικολογία καὶ τὴν ἀνασφάλεια γιὰ τὴν θλιβερὴ ψυχούλα σας, κακόμοιρα
ζωντόβολα. Ὅσοι ἀντέδρασαν, τοὺς μακέλεψα κανονικά. Ἔτσι ἄνοιξε ὁ
δρόμος γιὰ τὴν δική σας ὑποταγὴ καὶ ἔνταξη στὸ ποίμνιό μου. Δὲν ἔχετε παράπονο
πάντως. Στὰ ὤπα-ὤπα σᾶς ἔχω, μανάρια μου. Ἁγίασμα σᾶς ποτίζω, κουτόχορτο
σᾶς ταΐζω. Καὶ τί ζητάω; Τίποτα πέρα ἀπὸ τὸ νὰ μὲ ὑπακοῦτε, ὥστε κι
ἐσεῖς νὰ περνᾶτε καλὰ κι ἐγὼ νὰ ἐξουσιάζω καλύτερα. Τί ἄλλο θέλετε; Μέχρι
καὶ προκαθήμενο καλαμπουρτζῆ σᾶς πάσσαρα, γιὰ νὰ ψυχαγωγῆστε κιόλας.
Ὡστόσο μὲ προβληματίζει τὸ γεγονὸς ὅτι τώρα τελευταῖα ὁ καλαμπουρτζῆς
μου ἀρχίζει νὰ χάνῃ τὸ χιοῦμορ του. Μὲ τὸν ἥλιο μπαίνει, μὲ τὸν ἥλιο βγαίνει,
τί ἔχει ὁ ἔρμος ἐπιτέλους; Ἐλπίζω τώρα, ποὺ ὁσονούπω θὰ ἀνοίξῃ καὶ τὸ Τριῴδιο,
νὰ ἐκτονωθῇ κι αὐτὸς βρίζοντας καὶ ἀναθεματίζοντας τοὺς ἀκατονόμαστους
προγόνους τῶν προβάτων μας. Μήπως ὅμως ξέχασαν καμμιὰ πόρτα τοῦ σταύλου
ἀνοιχτὴ κι ἔχουμε διαρροές; Μᾶλλον κάτι τέτοιο συμβαίνει. Πολλὰ ἀπὸ τὰ
τετράποδά μας ξεφεύγουν καὶ ξαναγίνονται ὄρθια δίποδα. Ὄχι, δὲν φοβᾶμαι
μὴν τὰ φάῃ ὁ λύκος. «Λύκος» ἄλλωστε εἶμαι κι ἐγώ. Φοβᾶμαι, μήπως ἀπομακρυνθοῦν
πολὺ καὶ συναντήσουν αὐτὸν τὸν τρισκατάρατο μὲ τὴν κισσοστεφανωμένη
κόμη καὶ τὸ κύπελλο στὸ χέρι. Αὐτὸν τὸν ἀναθεματισμένο, ποὺ ἐνσαρκώνει
τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς, ποὺ τοὺς ἀπαγορεύω. Αὐτόν, ποὺ κάθε χρόνο τέτοια
ἐποχὴ ζωντανεύει καὶ μὲ κυνηγάει μὲ τὸ
Σάρωθρον