ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
232ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Exchange-Change-Cambio-Turk para — ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
Κείμενο φύλλου
O ΑΛΛΟΣ ΛΟΓΟΣ
Exchange - Change - Cambio - Turk - para...
Ἡ κατάστασις εἶχε γίνει ἀνυπόφορη. Εἶχα μείνει ἀπλήρωτος γιὰ τὰ τελευταῖα ἕξι
ἄρθρα μου ἀπὸ τὸν «Δαυλό». Καί, ὅπως καὶ νὰ τὸ κάνουμε, τρία ἑκατομμύρια εἶναι
ποσὸ σημαντικὸ γιὰ ἕνα μισθοσυντήρητο σὰν κι ἐμένα. Δὲν μπορῶ ἐγὼ νὰ διχάζω
τζάμπα τὸν ἑλληνικὸ λαό. Αὐτὴ τὴν φορά, σκέφτηκα, θὰ τοῦ τὰ ψάλω γιὰ τὰ καλὰ
τοῦ Λάμπρου. Καὶ θὰ τὸ πάρω, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι, τὸ παραδάκι. Ὡπλίστηκα
λοιπὸν μὲ τὸ ἀνάλογο θράσος καὶ τράβηξα γιὰ τὴν Κυδαθηναίων. «Λάμπρου, χῦσε
μέταλλο», τοῦ φώναξα μόλις τὸν εἶδα, γιὰ νὰ τοῦ πάρω τὸν ἀέρα. «Καλά, μὴ φωνάζῃς»,
μοῦ ἀπάντησε ἀτάραχος, «κι ἐγὼ λεφτὰ περιμένω». Καὶ μοῦ ’κλεισε τὸ μάτι.
Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσῃ τὴν κουβέντα καὶ «ντρὶν» χτυπᾷ τὸ κουδούνι. Στὸ
ἄνοιγμα τῆς πόρτας νἄσου ἕνας ψηλὸς τύπος μὲ σκληρὰ χαρακτηριστικὰ καὶ μαῦρο
γυαλί. «’μέρα», εἶπε ὁ νεοφερμένος καὶ ἔφτυσε τὸ ποῦρο του στὸ πάτωμα. Κι ἔπειτα
χωρὶς περιττοὺς προλόγους συνέχισε: «Ἡ CIA θέλει νὰ σοῦ ἀναθέσῃ μιὰ ἐργολαβία.
Εἴκοσι ἑκατομμύρια δολλάρια, καθαρὰ κι ἀφορολόγητα, γιὰ νὰ διχάσῃς τὸν
Ἑλληνισμό. Εἶσαι;» Ὁ Λάμπρου τὸν κύτταξε παγερὰ κι ἀπάντησε βαρυεστημένα:
«Καλά, γιὰ ψιλικατζῆδες μᾶς πέρασε ἡ CIA... Τούλάχιστον τὰ διπλᾶ».
«Πολὺ σωστά», ἀκούστηκε μιὰ φωνὴ πίσω μου. Γύρισα τὸ κεφάλι μου, ἂν καὶ ἤξερα
ποιὸς μιλοῦσε. Τὸν εἶχα ξαναδεῖ ἐκεῖ. Ἦταν ἕνας περίφημος πράκτωρ τῆς Μοσάντ.
«Λάμπρου, υἱὲ Δαυίδ, ἰδοὺ ἑκατὸ ἑκατομμύρια σέκελ ζεστά-ζεστά, γιὰ νὰ συνεχίζῃς
νὰ διχάζῃς τὸν Ἑλληνισμό», θριαμβολόγησε καὶ τοῦ πρότεινε τὴν ἐπιταγή.
Ὁ Λάμπρου τὴν πῆρε, χωρὶς νὰ μιλήσῃ, ὅπως κι αὐτὴν μὲ τὸ διπλάσιο ποσὸ ποὺ τοῦ
ἔδωσε ὁ Ἀμερικανός. «Νὰ πιοῦμε κάτι, νὰ γιορτάσουμε τὴν συνεργασία μας», πρότεινε
καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ μπάρ.
Μὰ δὲν πρόλαβε. Ἕνα παρατεταμένο κουδούνισμα διέκοψε τὴν κίνησή του. Μόλις
ποὺ πρόλαβεν ὁ Μαμανέας νὰ τραβηχτῇ ἀπὸ τὴν πόρτα, κι ὥρμησε λαχανιασμένος
γνωστὸς πράκτωρ τῆς M.I.T. «Ἄϊντε, μπρέ. Κατεβῆτε νὰ ξεφορτώσετε. Ἔχω
ἀπέξω μία νταλίκα τίγκα στὴν τούρκικη λίρα. Δῶρο στὸν Λάμπρου προσωπικὰ ἀπὸ
τὸ δοβλέτι γιὰ τὶς σταθερὰ φιλοτουρκικές του θέσεις». Εἶπε, καὶ ἔπεσε ξέπνοος στὸν
καναπέ. Κι ἀρχίσαμε νὰ ξεφορτώνουμε... Μπαϊλντίσαμε. Τόσο, πού ἀφήσαμε τὴν
πόρτα ἀνοικτή γιὰ δροσιὰ καί, ὅπου βρῆκε ὁ καθένας, ξάπλωσε βογγῶντας.
Ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνοικτὴ πόρτα μπῆκε ἕνας εὐγενέστατος καὶ καλοντυμένος, ἂν καὶ
ὄχι ἰδιαίτερα φανατικὸς ἄνδρας. Πλησίασε τὸν Λάμπρου, τοῦ ἔδωσε μιὰ ἐπιταγὴ δέκα
ἑκατομμυρίων στερλινῶν καὶ εἶπε χαριτωμένα.: «Αὐτὰ σὰν προκαταβολὴ ἀπὸ
τὴν Ἰντέλλιτζενς Σέρβις, γιὰ νὰ προκαλέσετε ἐμφύλιο». Καὶ χάθηκε τὸ ἴδιο ἀθόρυβα,
ὅπως ἦλθε.
«Εἶδες;», ’ρώτησε μὲ νόημα ὁ Λάμπρου. Κι ἀνοίγοντας τὸ συρτάρι τοῦ γραφείου
του μοῦ ’σκασε τὰ τρία σὲ ντόλλαρς καὶ τράβηξε ἔξω ἕνα μάτσο βιβλιάρια καταθέσεων
μουρμουρίζοντας: «Δισεκατομμύρια ἔχω στοιβάξει στοὺς λογαριασμούς μου
ἀπὸ δολλάρια, σέκελ καὶ λίρες Τουρκίας καὶ Ἀγγλίας. Ἕνας δὲν θὰ φιλοτιμηθῇ νὰ
μὲ ἀγοράσῃ μὲ δραχμές;» Καὶ ἀπεχώρησε πρὸς τὴν Τράπεζα γιὰ τὰ δέοντα.
Γιῶργος Πετρόπουλος