ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
233ΜΑΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ταφή της Ελληνικής Τέχνης κάτω από την "Θεού Σοφίαν" — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
H ΤΑΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ΚΑΤΩ ΑΠΟ THN «ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΝ»
Ἐπάνω σὲ ἀρχαῖο ναὸ τῆς Ἀρτέμιδος
κτίσθηκε ἡ ἐκκλησία «Ἁγία Σοφία»
Ἡ ἐπίσημη ἱστορία θέλει τὸν γεωγραφικὸ χῶρο τῆς σημερινῆς Κωνσταντινουπόλεως
νὰ κατοικῆται ἀρχικὰ τὸ 658 π.X. ἀπὸ Μεγαρεῖς καὶ Ἀργείους
ἀποίκους, ποὺ μετέβησαν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ ὑπὸ τὴν ἡγεσία
τοῦ Βύζαντος, φερομένου ὡς υἰοῦ τοῦ Ποσειδῶνος καὶ τῆς Κρεούσης. Σὲ
πολλὰ συγγράμματα ὑπάρχουν ἐπίσης ἐλάχιστες ἱστορικὲς πληροφορίες
καὶ γιὰ δεύτερο ἀποικισμὸ τοῦ Βυζαντίου ἀπὸ τὸν Ζεύξιππο τέσσερις περίπου
δεκαετίες μετὰ τὸν πρῶτο. Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ ἐντεῦθεν τὰ
πλεῖστα τῶν ἱστορικῶν βιβλίων παρουσιάζουν ἕνα μεγάλο κενό, καθὼς
στὶς καλύτερες περιπτώσεις δίδουν ἀόριστες καὶ νεφελώδεις πληροφορίες
γιὰ τὴ ζωή στὸ ἀρχαῖο Βυζάντιο ἀπὸ τὸ 658 μέχρι τὴν ὕστερη Ρωμαϊκὴ
καὶ τὴν πρώιμη Χριστιανικὴ ἐποχή.
Τὸ κενὸ αὐτὸ ἦρθε νὰ καλύψῃ πρὶν ἀπὸ πενήντα ἀκριβῶς χρόνια ὁ διακεκριμένος
Τοῦρκος ἀρχαιολόγος Μουζαφὲρ Ραμαζάνογλου, διευθυντὴς τοῦ Μουσείου
τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως. Στὸ Βυζαντινολογικὸ Συνέδριο
τοῦ Παλέρμο τὴν ἄνοιξη του 1951 ὁ Ραμαζάνογλου ἀνεκοίνωσε τὰ ἄκρως ἐνδιαφέροντα
πορίσματα τῶν ἀνασκαφῶν του ἀπὸ τὸ 1945 μέχρι τὸ 1950 στὸν εὐρύτερο
χῶρο τῆς Ἁγίας Σοφίας μέχρι τὸ πάρκο Γκιουλχανὲ καὶ τὸ ἀνάκτορο Τοπκαπί.
Οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν συνέδρων ἄκουγαν ἔκπληκτοι – γιὰ πρώτη φορὰ σὲ παγκόσμια
κλίμακα–, ὅτι οἱ γνωστὲς χριστιανικὲς ἐκκλησίες τῆς Ἁγίας Σοφίας, τῆς
Ἁγίας Εἰρήνης καὶ οἱ μεταγενέστερές τους φυσικὰ ἦταν κτισμένες ἐπάνω σὲ ναοὺς
τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ συγκεκριμένα τῆς Ἀρτέμιδος, τοῦ Ἀπόλλωνος
καὶ τῆς Ἀφροδίτης, ποὺ ἐχρονολογοῦντο στὴν προκλασικὴ καὶ κλασικὴ ἐποχή.
Ἕναν χρόνο ἀργότερα, τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1952, ὁ M. Ραμαζάνογλου ἐπισκέφθηκε
τὴν Ἀθήνα κατόπιν προσκλήσεως τῆς Ἑταιρείας Βυζαντινῶν Σπουδῶν
καὶ ἔδωσε δύο διαλέξεις στὴν αἴθουσα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας (εἶχε προγραμματισθῆ
καὶ τρίτη διάλεξη στὸν Φιλολογικὸ Σύλλογο «Παρνασσός», ἀλλ’
ἐματαιώθη). Ὁ περιοδικὸς καὶ ἡμερήσιος τύπος τῆς ἐποχῆς δὲν δημοσίευσε τίποτα
ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις αὐτές. Μόνη ἐξαίρεση ἀπετέλεσε τὸ περιοδικὸ «Ἥλιος»
τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Πασσᾶ, ποὺ κάλυψε τὸ θέμα μὲ ἐκτενῆ ἀφιερώματα
(τεύχη 398, 399). Στὶς ὁμιλίες του, ποὺ συνωδεύονταν ἀπὸ προβολὴ διαφανειῶν,
ὁ Ραμαζάνογλου ἔκανε ἐξαντλητικὲς ἀναφορὲς τόσο στὸ ἱστορικὸ ὅσο καὶ στὰ
ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν του. Εἰδικώτερα ὡς πρὸς τὴν προχριστιανικὴ