ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
233ΜΑΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η σεμνότητα της 16χρονης κανηφόρου σε Γραμμική Α — ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ
Κείμενο φύλλου
H ΣΕΜΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ 16ΧΡΟΝΗΣ
ΚΑΝΗΦΟΡΟΥ ΣΕ ΓΡΑΜΜΙΚΗ A
Ἀποκρυπτογράφηση μιᾶς ἐπιγραφῆς
ἐπάνω σὲ χρυσῆ μινωικὴ καρφίτσα
Μία ὡραιότατη περόνη (καρφίτσα) δώρησε πρὶν δέκα πέντε
χρόνια περίπου ὁ J.P. Olivier στὸ Μουσεῖο Ἁγίου Νικολάου
(ἀριθ. 9675). Εἶχε ἀγορασθῆ ἀπὸ αὐτὸν στὸ Βέλγιο καὶ θεωρεῖται
ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὰ Μάλια, σίγουρα πάντως ἀπὸ περιοχὴ
ποὺ εἶχε δεχθῆ Ἀρκαδικὴ ἐπιρροή, δηλαδὴ τὸν σημερινὸ
νομὸ Ἡρακλείου Κρήτης καὶ εἰδικὰ τὴν ἐπαρχία Πεδιάδος.
Ἡ φωνητικη της ἀπόδοση:
si-de-wa-si ka-ni-ja-ra se-ja za-qi-se-nu-ti si-pede.
Σὲ μεταγραφή:
Σιδεύνασι κανιζάρα σεία δαϊσέμνυσι σπενδὲς
Σὲ μετάφραση:
«Δεκαεξάχρονη (ἢ δεκαπεντάχρονη) κανηφόρα, θὰ εἶσαι
σεμνυνόμενη (θὰ φαίνεσαι σεμνή) στὴ θυσία καὶ στὶς σπονδές.»
Ἀναλυτικά:
si-de-wa-si = ἀπὸ τὸ σιδεύνης, ὁ: στὴ Λακωνικὴ διάλεκτο ὁ ἔφηβος ἡλικίας
δεκαπέντε ἢ δεκαέξι ἐτῶν. Ἐτυμολογία: Κατὰ μία ἄποψη πρόκειται γιὰ
παρωνύμιο σχηματισμένο ἀπὸ τὰ σίδη = «ροδιὰ» + εὔνης (εὐνὴ = «κλίνη»,
πρβλ. χλο-εύνης).
ka-ni-ja-ra = κανηφόρος, ον: 1. αὐτὸς ποὺ φέρει κάνιστρο, 2. (τὸ θηλ. ὡς
οὐσιαστικὸ) ἡ κανηφόρος = α) τίτλος ἱέρειας, β) (στὸν πληθ.) αἱ κανηφόροι=
1) ὀνομασία τῶν παρθένων, ποὺ κρατοῦσαν πάνω στὸ κεφάλι κάνιστρα μὲ τὰ
ἱερὰ σκεύη κατὰ τὴν τέλεση ἑορταστικῶν πομπῶν, 2) τὰ ἔργα τέχνης ποὺ ἀναπαριστοῦσαν
τὶς κανηφόρους. Ἐτυμολογία: κανηφόρος <κανε-η-φόρος (ἀντὶ
τοῦ ἀναμενόμενου κανεο-φόρος) <κάνεον = «πανέρι» + φόρος (<φέρω), πρβλ.