ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

234ΙΟΥΝΙΟΣ 2001

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15039 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
34 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Σώζεται μέχρι σήμερα ως θέμα Ποντιακού τραγουδιού ο μύθος του Προμηθέα στον Καύκασο! — ΚΑΛΑΝΤΩΝΗ, ΠΑΡΕΣΣΑ
    ἀρχή: σελ. 15039 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 234

Κείμενο φύλλου

Σῴζεται μέχρι σήμερα ὡς θέμα Ποντιακοῦ τραγουδιοῦ ὁ μύθος τοῦ Προμηθέα στὸν Καύκασο! Ἔπεσε στὰ χέρια μου ἕνα παλιὸ ποντιακὸ δημοτικὸ τραγούδι, ποὺ τραγουδιέται ἀκόμη καὶ σήμερα. Πιστεύω, ὅτι θὰ ἦταν χρήσιμο νὰ τὸ παρουσιάσω καὶ νὰ παραθέσω καὶ κάποιες σχετικὲς προσωπικές μου γι’ αὐτὸ ἀπόψεις στὸ ἔγκριτο περιοδικὸ «Δαυλός». Ἴσως νὰ δοθῇ καὶ ἀφορμὴ γιὰ σχετικὸ ἐπ’ αὐτοῦ διάλογο. ΑΗΤΕΝΤΣ ΕΠΕΡΙΠΕΤΑΝΕΝ [Ποντιακὸ δημῶδες. Τραγουδιέται καὶ χορεύεται. Ὁ ἦχος εἶναι λίγο μελαγχολικὸς λόγῳ καὶ τοῦ περιεχομένου του, ἀλλὰ στιβαρός.]0 Ἀητὲντς ἐπεριπέτανεν ψηλά ’ς σὰ ὑπουράνα, καὶ τὰ τζαγγία τ’ κόκκινα καὶ τὸ κουκούλ’ν ἄτ μαῦρον. Κι ἐβάστανεν ’ς σὰ νύσια τη παλληκαρὶ βραχιόναν. – Ἀητέ μ’, γιὰ δῶσ’ μας σὸ κρατεῖς, γιὰ πέει με ὅθεν κεῖται. – Ἂς ’σὸ κρατῶ κι δίγω σε, ἄρ ὅθεν κεῖται λέγω. Ἀκεῖς ’σὸ πέραν τὸ ρασὶν σ’ ἀλάτ’ ἐπέκει μέρος μαῦρα πουλία τρώγ’ν ἀτὸν καὶ ἄσπρα τὸν τριϋλίσκουν. Φατέστε, πούλια μ’, φάτεστε, φατέστε τὸν ἄκλερον. Σ’ σὴν θάλασσαν κολυμπετής, ’ς ὁμάλια λεοντάρης, σ’ σὸν πόλεμον τρισέλλενος, Ῥωμαίικον παλληκάριν. Ἑρμηνεία (ἂν πράγματι χρειάζεται): ΑΕΤΟΣ ΥΠΕΡΙΠΤΑΤΟ Ἀετὸς ὑπερίπτατο ψηλὰ στὰ οὐράνια, καὶ τὰ πόδια του κόκκινα καὶ τὸ λοφίο μαῦρο. Κι ἐβάσταγε στὰ νύχια του βραχίονα παλληκαριοῦ. – Ἀητέ μου, γιὰ δῶσε μας ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κρατεῖς, πές μας ἀπὸ ποῦ τὸ πῆρες. – Ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κρατῶ δὲν σοῦ δίνω, ἀλλὰ ἀπὸ ποῦ τὸ πῆρα σοῦ λέω. Ἐκεῖ στὴν πέρα ράχη, ἐκεῖ πέρα στὸ μέρος τῶν ἐλάτων, μαῦρα πουλιὰ τὸν τρῶνε καὶ ἄσπρα τὸν τριγυρίζουν. – Φᾶτε, πουλιά μου, φάτε, φάτε τὸν ἄκληρο [ἔρημο], ποὺ εἶναι κολυμβητὴς στὴ θάλασσα καὶ λιοντάρι στὰ λιβάδια, στὸν πόλεμο τρεῖς φορὲς ἕλληνας, ῥωμαίικο παλληκάρι.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →