ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

234ΙΟΥΝΙΟΣ 2001

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15077 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
72 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τα κόκκαλα και το εξωκκλήσι — ΤΣΙΝΑΣ, ΠΑΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 15077 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 234

Κείμενο φύλλου

Τὰ κόκκαλα καὶ τὸ ἐξωκκλήσι Ἡ λέξι ἐκκλησία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ τίτλου τοῦ θεσμοῦ τῆς «Ἐκκλησίας τοῦ Δήμου», ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κυριώτερος στύλος τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Πέρσες αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ θεσμὸ ἤθελαν νὰ πλήξουν μὲ τὶς ἀναρίθμητες στρατιὲς ποὺ ἔφεραν στὴν Ἑλλάδα, μέχρι τὴν ὁριστικὴ συντριβή τους στὸ Μαραθῶνα ἀρχικὰ καὶ τελικὰ στὶς Πλαταιὲς τῆς Βοιωτίας τὸ 479 π.X. Ἰδοὺ ὄμως τώρα ἡ λέξι ἐκκλησία, καθὼς κρατεῖται στὰ χέρια τῶν Ἀσιατῶν, χάνει πλέον τὴ σημασία ποὺ εἶχε. Ἡ Ἀσία, ἄλλως πως ἡ Ἀνατολὴ, ἔλαβε ὕφος μειλίχιο καὶ χωρὶς νὰ δημιουργῇ θορύβους, ἀνεπαισθήτως, ὠνόμασε τὸν ἑαυτό της «Ἐκκλησία». Ἀλλὰ καὶ τὸν συρρέοντα λαὸ στοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς τὸν ὠνόμασε «ἐκκλησία» καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς χριστιανικοὺς ναούς, αὐτοὺς καθ’ ἐαυτούς, τοὺς ὠνόμασε «ἐκκλησία» καὶ τὰ εἰς αὐτοὺς τελούμενα τὰ ὠνόμασε καὶ αὐτά «ἐκκλησίες». Μέσα στοὺς καιροὺς αὐτοὺς ἦλθε ὁ αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος ὁ A´, ὁ ὁποῖος διὰ σειρᾶς ὄλης λαθῶν παρέδωσε τὴν Ρωμαϊκὴν αὐτοκρατορία στὴν Ἀνατολή. Καὶ ἰδοὺ ὁλίγον καιρὸ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου, ποὺ συνέβη τὸ ἔτος 337, τὸ ἔτος 379, ἡ Ἀνατολή, ἡ ὁποία τώρα ντύθηκε «Ἐκκλησία», ἔφερε ἀπὸ τὴν πόλι Καούκα τῆς Ἱσπανίας ἔναν ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο ὠνόμασε Θεοδόσιο. Ἡ ἱστορία δὲν διέσωσε τὸ πραγματικό του ὄνομα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐγίνετο ἴσως γνωστὴ ἡ ἐθνότητα ἀπὸ τὴν ὁποία προήρχετο ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος. Πρέπει ὅμως νὰ εἰπωθῇ ἐδῶ, ὅτι ὅσοι Ἐβραῖοι διέφυγαν μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Ἱερουσαλήμ, ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους τὸ ἔτος 73, κατέφυγαν, ὡς λέγεται, στὴν Ἱσπανία. Τὸν ἄνθρωπο αὐτόν, τὸν Θεοδόσιο, ἡ Ἐκκλησία ἀνέδειξε αὐτοκράτορα τῆς ἤδη μετασχηματισθείσης, συνεπείᾳ τῆς διαβρωτικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ κινήματος τῶν Χριστιανῶν, Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας εἰς ἕνα κράτος τύπου τοῦ πάλαι ποτὲ ἀκμάσαντος κράτους τῶν Μακκαβαίων. Ἱεροκρατούμενο, ἀλλὰ περσικῆς κατὰ τ’ ἄλλα δομῆς, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε τώρα πρωτεύουσα τὴ Βαβυλώνα ἢ τὰ Σοῦσα, ἀλλὰ τὴν πάλαι ἱδρυθεῖσαν πόλι ἀπὸ τὸν Βύζαντα τὸν Μεγαρέα, τὴν πόλι ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο ἡ πρωτεύουσα τῶν Περσῶν, ἂν τὸ σχέδιο Ἀρταβάζου - Μαρδοχαίου δὲν ἀποτύχαινε τὸ πάλαι, τὴν πόλι ἡ ὁποία τώρα ὠνομάζετο Κωνσταντινούπολι. Στὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο ἡ Ἐκκλησία ὑπαγόρευσε, καὶ αὐτὸς ὑπέγραψε, σειρὰν ὅλην διαταγμάτων κατὰ τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἐπειδὴ οἱ Θεσσαλονικεῖς ἀρνήθηκαν νὰ ἐφαρμόσουν ἕνα ἀπὸ τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, τὸ περὶ νηπιοβαπτισμοῦ τῶν τέκνων ὅλων τῶν ὑπηκόων τῆς αὐτοκρατορίας, ἡ Ἐκκλησία διέταξε τὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο νὰ τοὺς σφάξῃ. Ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος ἔσφαξε δεκαπέντε χιλιάδες Θεσσαλονικεῖς, ἡ Ἐκκλησία προέβη σὲ μερικὲς θεατρικοῦ τύπου χειρονομίες. Τιμώρησε τὸν αὐτοκράτορα διὰ τῆς ποινῆς τῆς «ἀκοινωνίας» ἐπὶ τίνα καιρὸν καὶ στὴ συνέχεια τὸν ὑπέβαλε στὸ μαρτύριο τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς λεγομένης μετανοίας. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔθεσε ὐπὸ τὸν πλήρη ἔλεγχον αὐτῆς τὸν αὐτοκρατορικὸ θεσμὸ καὶ δῆθεν γενναιοφρονοῦσα παρεχώρησε εἰς τὸν αὐτοκράτορα τὸν τίτλον τοῦ Ἰσαποστόλου τοῦ Χριστοῦ! Τότε ἡ Ἐκκλησία ὠνόμασε τὸν ἑαυτό της ἀντιπρόσωπο τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς Γῆς, περιεβλήθη καὶ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →