ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
236-237ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Κείμενο φύλλου
OI ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ TOY ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
να. Πίνδαρος
Ἂν ἡ Ἀθήνα διέπρεπε «ἐν λόγοις» καὶ ἡ Σπάρτη «ἐν ὅπλοις», ἡ Θήβα κατεῖχε τὰ
πρωτεῖα «ἐν θεοῖς» (Σενέκας). Πλῆθος ναῶν, βωμῶν καὶ ἱερῶν ἀποσποῦσαν τοὺς
Θηβαίους ἀπὸ τὰ μάταια προβλήματα τῆς καθημερινότητος καὶ τοὺς μετέφεραν νοερὰ
στὸν μυθολογικὸ κῆπο, ὅπου χοροὶ θεῶν, δαιμόνων, ἡμιθέων, ἡρώων, μοιρῶν,
νυμφῶν καὶ μουσῶν τοὺς παρεῖχαν κάθε τέρψη καὶ ἀγαλλίαση. Οἱ Θηβαῖοι μπορεῖ,
κατὰ τοὺς Ἀθηναίους, νὰ ἦσαν «χοντράνθρωποι» καὶ «στενοκέφαλοι», αἰσθάνονταν
ὅμως ὑπερήφανοι γιὰ τὴν παράδοσή τους καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὸν Διόνυσο, τὸν Ἡρακλῆ
καὶ τὸν Κάδμο.
Ὁ Πίνδαρος γεννήθηκε στὶς Κυνὸς Κεφαλὲς τῆς Θήβας περὶ τὸ 520 π.X. ἀπὸ τὸν
Δαΐφαντο καὶ τὴν Κλεοδίκη· ἦταν δωρικῆς καταγωγῆς, ὅπως ὁ ἴδιος μᾶς πληροφορεῖ:
«τὸ δ’ ἐμὸν γαρύετ’ ἀπὸ Σπάρτας ἐπήρατον (= ἀξιέραστον) κλέος... ἐμοὶ πατέρες
φῶτες (= ἄνδρες) Αἰγεΐδαι». Τὴ βασικὴ μουσικὴ παίδευσή του ἔλαβε ἀπὸ τὸ θεῖο
του Σκοπελῖνο καὶ πιθανόν, τὴν Ταναγραία ποιήτρια Κόριννα· τελειοποίησε ὅμως
τὶς σπουδές του στὴν Ἀθήνα παρὰ τοῖς Ἀγαθοκλεῖς καὶ Ἀπολλοδώρο. Ὑπερβολικὰ
θεοσεβὴς – ἀφωσιωμένος στὴ Ρέα, τὸν Πᾶνα καὶ τὸν Ἀπόλλωνα – καὶ διαπρύσιος
κήρυκας τῶν δελφικῶν ἰδεῶν, ἀπέβη «σκεῦος ἐκλογῆς» παντὸς ἱερατείου καὶ
προπαντὸς τοῦ Μαντείου τοῦ ἐν Δελφοῖς καὶ τοῦ Ἄμμωνος Διός, ποὺ ἐπισημοποίησαν
τὴν ποίησή του· καὶ τὸ μὲν πρῶτο τὸν ἀνεκήρυξε «συντράπεζο στὰ δεῖπνα τοῦ
θεοῦ», τὸ δὲ δεύτερο χάραξε διὰ χρυσῶν γραμμάτων τὸν ζ´ Ὀλυμπιόνικο στὴν εἴσοδο
τοῦ ναοῦ· τιμὲς ποὺ οὐδεὶς βασιλεὺς ἢ ἄρχων ἀπήλαυσε.
Ὁ Πίνδαρος ἀποτελεῖ ἐκφραστικὸν τύπο Ἕλληνος· ἀγαπᾷ τὴν ζωή, τὴν «ἀγλαόγυιον
Ἥβαν», τὸν πλοῦτο καὶ τὴ δόξα, ἀγαθὰ ποὺ συνθέτουν τὴν πολύυμνόν του
«ἀρετάν». Εἶναι σπουδαῖο τὸ νὰ εἶναι κανεὶς «ἀρεταῖς δεδαιδαλμένος»· νὰ εἶναι ἄρχοντας,
ὡραῖος καὶ δυνατός. Ἔχει συνείδηση τῆς ὑπεροχῆς του καὶ αἰσθάνεται ὡς κήρυξ
καὶ ἀπόστολος τῶν θεῶν, ποὺ σκοπὸν ἔχει νὰ διαλαλήσῃ τὴ σοφία τους· παραβάλλεται
δὲ μὲ τὸν «Διὸς ὑψίστου προφάταν ἔξοχον, ὀρθόμαντιν Τειρεσίαν» (Νεμ.
I). Ὡς «πολλὰ εἰδὼς φυᾷ» – γιατὶ καὶ ἡ σοφία εἶναι διόδοτος – ἀντιπαρατίθεται μὲ
τοὺς «μαθόντας» καὶ ἰδιαίτερα τοὺς σοφιστὲς, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται «δρέπειν ἀτελῆ
σοφίας καρπὸν» (ἐξ Ἀδήλων 72)· ἀγνοεῖ δὲ παντάπασι τοὺς ἄλλους ποιητές, οἱ ὁποῖοι
τοῦ μοιάζουν μὲ «κολοιοὺς» (= καλιακοῦδες) ποὺ κρώζουν.
Ὁ Θηβαῖος εἶναι κατ’ οὐσίαν μουσοποιὸς καὶ δευτερευόντως ποιητὴς καὶ φιλόσοφος·
Πρόκειται γιὰ μία κοινότυπη διάνοια, διανθισμένη «μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ
ἱεροῦ πνεύματος» (Δημόκριτος). Ἡ ποίησή του ἔχει κάτι τὸ αἰφνίδιο καὶ ἐκθαμβωτικό·
μοιάζει μὲ τοὺς κεραυνοὺς καὶ τὶς ἀστραπὲς τοῦ Δία, ποὺ θαμβώνουν, χωρὶς
ὅμως καὶ νὰ φωτίζουν. Τὰ ποιήματά του εἶναι προϊόντα ἐνθουσιασμοῦ καὶ συγκίνησης,
τὴν ὁποία ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ ἐλέγξῃ. Συγκινεῖται λοιπόν παρακολουθώντας
μιὰ πυγμαχία ἢ μιὰ ἱπποδρομία· συγκινεῖται καὶ στὴ θέα τῆς «Ἱέρωνος μάκαιρας
ἑστίας». Κατέχει τὴν ἀρχαία σοφία – τὴ σοφία τῶν θεῶν καὶ ἱερατείων – καὶ
τὴν χρησιμοποιεῖ καταλλήλως καὶ ἐπακριβῶς. Οἰ λέξεις του εἶναι πολλάκις ἀρχέγονες,
γι’ αὐτὸ καὶ ὑποβλητικὲς καὶ πλήρεις νοημάτων.
Ὁ Πίνδαρος εἶναι πιστὸς στοὺς Ὀλύμπιους θεούς, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς μοιάζουν καθόλου,
παρὰ τὸ ὅτι «ἐκ μιᾶς πνέομεν ματρὸς ἀμφότεροι...» (Νεμ. VI). Μία ἀπαρασά-