ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
238ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Από ελληνικές λέξεις προήλθαν οι Ευρωπαϊκοί "τίτλοι" ευγενείας — ΓΕΩΡΓΑΝΑΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
Ἀπὸ ἑλληνικὲς λέξεις προῆλθαν
οἱ εὐρωπαϊκοὶ «τίτλοι» εὐγενείας
ΡΕ•, ΔΟΥ•, ΠΡΙΓΚΗΨ, ΒΑΡΩΝΟΣ Î.Ï.
Ἡ ἐσφαλμένη ἰδέα, ὅτι οἱ τίτλοι εὐγενείας τῶν ἀπανταχοῦ Εὐρωπαίων
ἀποτελοῦν εὑρήματά τους τῆς μεσαιωνικῆς ἐποχῆς, διορθώνεται.
Εἶναι καθαρὰ ἑλληνικοί, ὡς ἀναλύεται κατωτέρω. Πρὸ
ἐτῶν μὲ τὸν διαπρεπῆ ἐρευνητὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἑταιρίας μας
καὶ ἀποκρυπτογράφο πλείστων ἀρχαίων γραφῶν τῆς ὑδρογείου
Καλλίμαχο Διογένους, συνεργάτη τοῦ «Δαυλοῦ», καταλήξαμε
στὰ ἀκόλουθα συμπεράσματα:
Ὁ τίτλος Rex, γενικὴ Regis, εἶναι ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ μινωικοῦ-μυκηναϊκοῦ
Ρέ, Ρά, Ρόα, ἀπαντωμένου σὲ πινακίδες τῶν Γραμμικῆς A καὶ B
Γραφῶν. (Εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλους ἡ σημασία τοῦ Ρά). Ἡ γενικὴ Regis
ὑποδηλοῖ τὴν ἔκτασι τῆς ἐξουσίας τοῦ Ρέ, ἤτοι Re Gis-> βασιλεὺς Γῆς. Ἐκ
τοῦ Roa προῆλθε ἡ ἀγγλικὴ λέξις Royal, ποὺ σημαίνει τὸ ἀνῆκον στὸν
Ρόα -> Ρά -> Ρέ, δηλ. τὸ βασιλικό.
Τὸ θηλυκὸ Regina -> Re/gina προέρχεται καὶ δηλοῖ τὴν Ρέ/Γυνὰ ->Ρέ Γυνή,
δηλ. τὸ γυνή-βασιλεὺς -> βασίλισσα. (Τὸ γυνὰ εἶναι ὁ δωρικὸς τύπος
τοῦ ἰωνικοῦ γυνή.) Λέξις παράλληλη στὴν Νότιο Ἀμερικὴ εἶναι Orehona
-> Ore/hona -> Ὡραία Γυνή, διατηρηθεῖσα στὴν ἑλληνικὴ μνήμη μερικῶς
διὰ τῆς νομιζομένης ὡς ξένης λέξεως στὴν «ἀργκὸ» Hona (χόνα), ποὺ σημαίνει
γυναῖκα.
Ἡ λέξις Princeps, γεν. Principis, προῆλθε ἐξ ἑλληνικῆς πρίνκιπους ->
πριν / κι / πους - πριν/γη/πους, ποὺ παρεφθάρη σὲ πρίγκηπς ->πρίγκηψ.
Δηλοῖ αὐτὸν ποὺ «πρὶν (παλαιὰ) ἔβαλε τὸ πόδι του στὴ γῆ (τὴν συγκεκριμένη)».
Ἡγέτης καθίστατο ἢ ὁ ἡγέτης εἶχε τὸ προνόμιο νὰ πατήσῃ
πρῶτος τὴν Νέα Γῆ, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ Χριστόφορος Κολόμβος, πρῶτος
ἀποβιβασθεὶς ἐκ τῶν συντρόφων του στὴν Ἀμερική. Οἱ Γάλλοι καὶ Βρεττανοὶ
ἐκ τοῦ Prince/ps παρέλειψαν τὸ ps καὶ διετήρησαν τὸ prince.
Ἡ λέξις Dogis - Δόγης, τίτλος τῶν ἡγετῶν τῆς Βενετίας, προῆλθε ἐκ τοῦ
ρήματος δάκνω (αὐτὸς ποὺ ἔδακνε τοὺς ὑπηκόους του) ὡς καὶ ἡ ἰταλικὴ