ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
244ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2002
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο ανθρώπινος Αλέξανδρος και ο κατά φύσιν Διογένης — ΚΑΡΟΥΣΟΣ, ΑΓΓΕΛΟΣ
Κείμενο φύλλου
Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΑΛΕ•ΑΝΔΡΟΣ
ΚΑΙ Ο ΚΑΤΑΦΥΣΙΝ ΔΙΟΓΕΝΗΣ
Ὅ ταν ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἔφτασε στὴν Κόρινθο, ἀναμφισβήτητος πιὰ
νικητής, ἔχοντας κατακτήσει σχεδὸν ὅλες τὶς ἑλληνικὲς πόλεις-κράτη,
τρέξανε καὶ τὸν ὑποδέχτηκαν ὅλοι οἱ ἐπιφανεῖς Ἕλληνες: πολιτικοί, φιλόσοφοι,
ποιητές, καλλιτέχνες καὶ ἄλλοι. Τότε αὐτὸς κοίταξε τὸν κόσμο
ποὺ τὸν ἐπευφημοῦσε καὶ τὸν συγχαιρότανε καὶ εἶδε ὅτι ἔλειπε ἕνας: ὁ φιλόσοφος,
γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ εἶχε μιλήσει ἀκόμη κι ὁ πατέρας του ὁ Φίλιππος: ὁ
Διογένης ὁ Σκύλος. Ρώτησε λοιπόν, μήπως ἦταν ἐκεῖ. Τοῦ εἶπαν ὅτι δὲν εἶχε πάει.
Πῆρε τότε τήν προσωπική του φρουρά, ποὺ τὴν ἀποτελούσανε χίλιοι πεντακόσιοι
ἐπίλεκτοι ἄντρες καὶ τράβηξε μέσα ἀπὸ τὴν Κόρινθο γιὰ τὴν βίλλα-ἐξοχικὸ
τοῦ Ξενιάδη, τοῦ μεγάλου Κορίνθιου ἐμπόρου καὶ φίλου τοῦ Διογένη. Λίγη
φαντασία χρειάζεται, γιὰ νὰ δῆτε τὴν εἰκόνα. Χίλιοι πεντακόσιοι πάνοπλοι
ἄντρες μὲ στρατιωτικὸ βηματισμό, ποὺ ἔτρεμε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους ὅλη ἡ γῆ
τῆς Κορίνθου κι ἕνα ὁμόψυχο τραγούδι:
«Μιὰ Ἑλλάδα ἑνωμένη/μιὰ Ἑλλάδα ἑνωμένη
ζητᾶμε ὅλοι νὰ γίνῃ/μιὰ Ἑλλάδα φωτεινή.
Τὰ φῶτα της νὰ δώσῃ/τὰ φῶτα της νὰ δώσῃ
σ’ ὅλον τὸν ἄλλον κόσμο/σ’ ὅλη πάνω τὴ γῆ.
Τὸν Ἡρακλῆ ἔμβλημά μας/τὸν Ἡρακλῆ ἔμβλημά μας
παράδειγμα μεγάλο/μὲ τὴν λεοντῆ.
Ὅλοι εἴμαστε ἀδέρφια/ὅλοι εἴμαστε ἀδέρφια
αὐτῆς τῆς μεγάλης χώρας/ποὺ τὴν φωνάζουν γῆ.»
Ὁ Διογένης ξαπλωμένος κι ἀκουμπισμένος στοὺς ἀγκῶνες του κοίταζε τὸν
ἥλιο, ποὺ ἔπαιζε ἀνάμεσα στὰ πεῦκα κι ἔπεφτε στὰ τουρκουαζιὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου.
Σκεφτότανε μέσα στὴν ὀμορφιά: Πόσο γρήγορα περνούσανε ὅλα! Ἧταν ἑβδομήντα
ἑφτὰ χρονῶν κι οὔτε εἶχε καταλάβει, πῶς εἶχαν περάσει τόσα χρόνια.
Ἄκουσε ἕνα ἀπόμακρο τραγούδι, μετὰ σὰν νὰ σταμάτησε, κι ἔπειτα σὰν ν’ ἄκουσε
κάποιες διαταγές. Τέτοιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, σκέφτηκε. Ἀρέσκονται νὰ διατάζουνε,
νὰ διευθύνουνε. Τότε εἶδε ἕναν γερὸν γυμνασμένον νέον ἄντρα μὲ στολὴ
στρατάρχη καὶ πίσω του ν’ ἀκολουθοῦνε ἄλλοι μεγαλόβαθμοι καὶ μεγαλύτεροι
στὴν ἡλικία ἀξιωματικοί. Ὁ νεαρὸς στρατηλάτης χαιρέτισε ἐγκάρδια τὸν φιλόσοφο:
«Καλή σου μέρα, δάσκαλε!» Ὁ Διογένης ἤδη ἤξερε, ποιόν εἶχε μπροστά
του. «Καλημέρα», τοῦ ἀπάντησε, χωρὶς νὰ σαλέψῃ ἀπ’ τὴ θέση του. «Εἶμαι ὁ
Ἀλέξανδρος, ὁ βασιλιᾶς», τοῦ εἶπε ὁ Ἀλέξανδρος. Ὁ Διογένης κούνησε τὸ κεφάλι
καταφατικὰ καὶ τὸν κοίταξε στενοχωρημένος. «Κι ἐγὼ ὁ Διογένης ὁ Σκύλος»,
τοῦ ἀπάντησε. «Τί θέλεις ἀπὸ μένα νὰ σοῦ προσφέρω, δάσκαλε; Ζήτα μου
ὅ,τι θέλεις· θὰ σοῦ τὸ κάνω», τοῦ εἶπε μὲ χαρὰ κι ἐγκαρδιότητα ὁ Ἀλέξανδρος.
Ὁ Διογένης τὸν διαπέρασε μὲ τὴν ματιά του. Αὐτὸν τὸν εἰκοσάχρονο στρατηλάτη,
θαῦμα στρατιωτικῆς μεγαλοφυΐας κι ἑλληνικῆς γενναιοψυχίας, ποὺ δὲν εἶχε
ἡττηθῆ οὔτε μιὰ φορά· ποὺ ὅταν τοῦ εἴχανε πεῖ πὼς εἶχε ἀναλάβει μετὰ τὸν θάνατο
τοῦ πατέρα του, αὐτὸς εἶχε κουνήσει τὸ κεφάλι του καὶ εἶχε πεῖ στενοχω-