ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
245ΜΑΙΟΣ 2002
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αφρικάνικη φιλοσοφία — ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ
Κείμενο φύλλου
Ο ΑΛΛΟΣ ΛΟΓΟΣ
Ἀφρικανικὴ φιλοσοφία
Ἦταν ἕνα ἡλιόλουστο πρωινό, ὅταν ὁ Σωκράτης εἶχε κατέβει στὴν πλατεῖα τοῦ μεγάλου
χωριοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ περιμένοντας τοὺς μαθητές του ἔκοβε βόλτες ἀνάμεσα
στὶς καλαμένιες καλύβες τῶν κατοίκων του. Ἦταν πολὺ στενοχωρημένος μὲ
τὴν πνευματικὴ κατάπτωση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν πόλη κι ἀναρωτιόταν, ἂν ποτὲ
θὰ ξαναρχόταν σ’ αὐτὴν τὴν ἄκρη τῆς γῆς ὁ πολιτισμός. Ὅπως τότε, πρὶν πεντακόσιες
χιλιάδες χρόνια, ποὺ οἱ Ἀφρικανοὶ πρόγονοί του ἦλθαν ἐδῶ κι ἔδωσαν τὰ φῶτα
τοῦ πολιτισμοῦ τους. Χάιδεψε μηχανικὰ τὸ ἀκαλαίσθητο καὶ χοντροκομμένο τοτὲμ
τῆς φυλῆς καὶ βιάστηκε νὰ γυρίσῃ στὴν πλατεῖα. Πάνω στὴν ὥρα ἄρχισαν νὰ φτάνουν
ἕνας - ἕνας οἱ μαθητές του. Πρῶτος ἔφτασε ὁ Πλάτων φορώντας τὴν χορταρένια
φούστα του κι ἀφήνοντας ἄναρθρες κραυγές. Ἔπειτα γυμνὸς ὁ Ξενοφὼν κρατώντας
τὸ τεράστιο ρόπαλό του καὶ τέλος ὁ Ἀλκιβιάδης, ποὺ εἶχε κρεμάσει στὸ λαιμό
του πολλὰ κολλιὲ ἀπὸ χάντρες καὶ βότσαλα τῆς θάλασσας.
Σφίχτηκε ἡ καρδιὰ τοῦ Σωκράτη βλέποντας τὰ ἁγνὰ αὐτὰ παιδιὰ τῆς Ἀττικῆς
ζούγκλας. Πῶς νὰ τοῦς μιλήσῃ γιὰ τὴν μεγάλη καὶ βαθειὰ ἀφρικανικὴ φιλοσοφία;
Καὶ τί ἆραγε θὰ καταλάβαιναν, ἂν τοὺς ἔλεγε γιὰ τὸν χρυσὸ αἰῶνα τοῦ Ἀφρικανικοῦ
πολιτισμοῦ. Ἀναστέναξε. Κι ἀφοῦ τοὺς ἔκανε νόημα νὰ καθήσουν, ἄρχισε νὰ μιλᾷ
γιὰ τοὺς Ἀφρικανοὺς προγόνους του, ποὺ ἐρχόμενοι στὴν Ἑλλάδα προσπάθησαν νὰ
ἐξανθρωπίσουν τοὺς ἀνθρωποφάγους ἰθαγενεῖς της.
Ὁ ἥλιος ἔφτασε στὸ μεσουράνημά του κι ὁ Πλάτων ἀνάμεσα σ’ ὅλα τ’ ἄλλα σκεφτόταν
καὶ τὸν νόστιμο Σπαρτιάτη αἰχμάλωτο, ποὺ ἡ μάνα του μαγείρευε μὲ γλυκόρριζα.
«Οὔγκα - Μούγκα - Τούγκα» οὔρλιαξε καὶ σηκώθηκε. «Ἀτσιμπακὶ γιὰ γιά»
ἀπάντησαν οἱ ἄλλοι καὶ λύθηκε ἡ μάζωξη τῆς Ἀφρικανικῆς Ἀκαδημίας. Ὁ Σωκράτης
δάκρυσε. Ἤξερε, πὼς δὲν γινόταν τίποτε... Κι ὅμως ὁ Πλάτων μὲ κάποια
βοήθεια θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ ἄνθρωπος. Τὸ σκέφτηκε ἀπὸ δῶ, τὸ βασάνισε ἀπὸ κεῖ
καὶ στὸ τέλος τὸ πῆρε ἀπόφαση. Θὰ μιλοῦσε στὸν πατέρα του. Χωρὶς ἄλλη σκέψη τράβηξε
γιὰ τὴν καλύβα τους. Ἦταν μία ἄθλια καλύβα στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Σήκωσε
ἀποφασιστικὰ τὴν κουρελοῦ καὶ μπῆκε μέσα, τὴν ὥρα ποὺ ξεκοκκάλιζαν τὸν Σπαρτιάτη
καί: «Ἀρίστων, θέλω νὰ σοῦ μιλήσω», εἶπε χωρὶς περιστροφές.
Ὁ Ἀρίστων ἀφήνοντας ἕνα «οὔγκρ» τὸν ἀκολούθησε ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα. Τότε
ὁ Σωκράτης ἄρχισε νὰ μιλᾷ: «Ἄκου, Ἀρίστων, ξέρεις πόσο ἀγαπῶ τὸν Πλάτωνα,
ἀλλὰ δῶ στὴν Ἀθήνα δὲν ἔχει προοπτική. Ἐγὼ ὅ,τι εἶχα νὰ τοῦ μάθω τοῦ τό ’μαθα.
Ἦλθε ὁ καιρὸς νὰ πάῃ νὰ σπουδάσῃ σοβαρά. Στεῖλτον, λοιπόν, στὴν Αἴγυπτο μπὰς
καὶ κάνῃ τίποτε στὴ ζωή του». Εἶπε καὶ τὸν διέτρεξε ἕνα ρῖγος. Ὁ Ἀρίστων ἔσκυψε
τὸ κεφάλι, εὐχαρίστησε τὸν δάσκαλο χτυπώντας μὲ τὶς γροθιὲς τὰ στήθια του καὶ
μπαίνοντας μέσα στὴν καλύβα ἔκανε μπόγο τὶς χορταρένιες φοῦστες τοῦ γυιοῦ του.
Ἔτσι ὁ Πλάτων ἔφθασε στὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἄρχισε νὰ σπουδάζῃ ἀφρικανικὴ φιλοσοφία.
Ἀφιέρωμα στὸν κ. Μάρτιν Μπερνὰλ καὶ στὸν κ. Ἄλαν Τέμπλετον, ποὺ διδάσκουν
ὅλα αὐτὰ στὰ ἀμερικανικὰ πανεπιστήμια...
Γιῶργος Πετρόπουλος