ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

245ΜΑΙΟΣ 2002

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 15889 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
ψηφιακό κείμενο τοῦ PDF
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
    ἀρχή: σελ. 15889 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 245

Κείμενο φύλλου

ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ νθ. Ἱππῶναξ Ὁ Ἱππῶναξ τοῦ Πυθέως καὶ τῆς Πρωτίδος γεννήθηκε στὴν Ἔφεσο περὶ τὸ 540 π.X.· θεωρεῖται δὲ ὡς βασικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ἰαμβικῆς ποιήσεως, ἄξιος νὰ σταθῇ δίπλα στὸν Ἀρχίλογο καὶ τὸν Σιμωνίδη τὸν Ἀμοργιανό. Νεαρὸς ἀκόμη ἀναγκάσθηκε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἔφεσο, ἐξορισθεὶς ὑπὸ τῶν τυράννων Ἀθηναγόρου καὶ Κωμᾶ, ἕνεκα τῶν φιλελευθέρων ἀντιλήψεων καὶ τῆς ἐριστικότητάς του. Κατὰ τὸν Σουίδα, «ὤκησε κλαζομενὰς ἐξελαθεὶς ὑπὸ τῶν τυράννων Ἀθηναγόρα καὶ Κωμᾶ». Στὶς Κλαζομενές, ὅπου κατέφυγε, ἔζησε μέσα στὴν φτώχεια καὶ τὴν δυστυχία, ἀνίκανος ν’ ἀσκήσῃ κάποιο ἐπάγγελμα ἢ νὰ προσφύγῃ στὴν οἰκία κανενὸς ἰσχυροῦ, ὅπως ἔπρατταν οἱ ὁμότεχνοί του... Αὐτὸς περιφερόταν ἀσκόπως στοὺς δρο´μους, συντροφευόμενος μὲ χειρώνακτες καὶ πόρνες, στοὺς ὁποίους κατήγγειλε τὰ στραβὰ καὶ τ’ ἄδικα τοῦ κόσμου· ἐστερεῖτο δὲ μονίμως τῶν βασικῶν ἀγαθῶν καὶ παρεπονεῖτο διαρκῶς, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ ’ναι τυφλὸς ὁ πλοῦτος: «Σὲ μένα ὁ Πλοῦτος – ἐπειδὴ τυφλὸς εἶναι περίσσια – / ποτὲ δὲν ἦρθε νὰ μοῦ εἰπῇ: – Ἱππώνακτά μου, / πάρε τριάντ’ ἀσημένια ’κατοστάρικα κι ἄλλα πολλὰ καλούδια.../γιατὶ δὲν ἔχει ὁ δόλιος μυαλὸ» (ἀπ. 29). Ἄλλοτε πάλι παρακαλοῦσε τὸν Ἑρμῆ – βρίζοντάς τον συγχρόνως – νὰ τοῦ χαρίσῃ πουκάμισο, χλαίνη καὶ σανδάλια, γιὰ νὰ μὴν τουρτουρίζει ἀπὸ τὸ κρύο: «Ἔ! σκυλοπνίχτη Ἑρμῆ, ποὺ οἱ Λυδοὶ σὲ λέν κανδαύλη, / τῶν κλεφταράδων σύντροφε, ἔλα βοήθησέ με... / πουκάμισο καὶ χλαίνη δῶσε στὸν Ἱππώνακτα, / σάνδαλα καὶ ὁλόμαλλα τσουράπια· / καὶ ὣς ἑξῆντα χρυσᾶ εἰκοσάδραχμα/ γιὰ τὴν κακιὰ τὴν ὥρα» (ἀπ. 4 καὶ 24). Οἱ ἀρχαῖοι χαρακτήριζαν ἰάμβους ὅλα τὰ ποιήματα τοῦ Ἐφεσίου· εἶναι δὲ ὁ ἴαμβος μετρικὸς στίχος καθαρὰ σατυρικός, ποὺ σύγκειται ἀπὸ μία βραχεῖα καὶ μία μακρὰ συλλαβὴ (υ-) καὶ ἀποδίδεται εἴτε μὲ ρυθμικὴ ἀπαγγελία εἴτε ραγουδιστὰ μὲ τὴ συνοδεία ἑνὸς ὀργάνου, ποὺ λέγεται ἰαμβίκη. Ὅσον ἀφορᾷ στὰ θέματα τῶν ἰαμβοποιῶν, αὐτὰ ἠντλοῦντο ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ζωὴ καὶ ἰδιαίτερα ἀπὸ τὶς γελοῖες καὶ ἀτάσθαλες συμπεριφορὲς τῶν ἀνθρώπων. Βασικὸ μέτρο τοῦ Ἱππώνακτος ἦταν ὁ «χωλίαμβος» ἢ «σκάζων ἴαμβος», τὸν ὁποῖο αὐτὸς ἐφεῦρε καὶ εἰσήγαγε στὴν ποίηση. Τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ἀλλὰ κι ἡ διαφορὰ τοῦ χωλιαμβικοῦ τριμέτρου ἀπὸ τὸν κανονικὸ ἴαμβο εἶναι, ὅτι ὁ τελευταῖος ἴαμβος γίνεται σπονδεῖος ἢ τροχαῖος. Ἔτσι ἀποκτᾷ ἕνα ἰδιαίτερο ρυθμό· εἶναι σὰν νὰ χωλαίνη (= κουτσαίνει), ἐξ οὗ καὶ ἡ ὀνομασία του. Ἐνίοτε ὡστόσο ὁ ποιητὴς παρεμβάλλει καὶ κανονικοὺς ἰαμβικοὺς τριμέτρους, προκειμένου νὰ σπάσῃ τὴν μονοτονία τῶν χωλιάμβων. Χρησιμοποιεῖ ὅμως καὶ τὸ ἐπωδικὸ σύστημα καὶ τοὺς δακτυλικοὺς ἑξαμέτρους, ἰδίως ὅταν πρόκειται περὶ παρῳδιῶν, τῶν ὁποίων κατά τινας ὑπῆρξε καὶ ὁ εὑρετής. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀθήναιο, ὁ «Πολέμων ἐν τῷ δωδεκάτῳ πρὸς Τίμωνα, περὶ τῶν τὰς παρῳδίας γεγραφότων ἱστορῶν, τάδε γράφει: «Εὑρετὴν μὲν οὖν τοῦ γένους Ἱππώνακτα φατέον τὸν ἰαμβοποιόν». Ἄλλοι ὅμως ὡς εὑρετὴν τῆς παρῳδίας θεωροῦν τὸν Ἀρχίλοχο. Ἡ γλῶσσα τοῦ ποιητοῦ εἶναι ἡ δημώδης ἰωνική, διανθισμένη μὲ λυδικὲς καὶ φρυγικὲς λέξεις ὅπως «πάλμυς» (= βασιλιᾶς), «βέκος» (= ψωμί), «σκαπαρδεῦσαι»
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →